Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Εκτίμηση της τοξικής επίδρασης της νανδρολόνης στο καρδιαγγειακό σύστημα πειραματόζωων μετά απο παρατεταμένη έκθεση  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000404436
Τίτλος Εκτίμηση της τοξικής επίδρασης της νανδρολόνης στο καρδιαγγειακό σύστημα πειραματόζωων μετά απο παρατεταμένη έκθεση
Άλλος τίτλος Evaluation of toxicity of nandrolone in the cardiovascular system of laboratory animals after long-term exposure
Συγγραφέας Βασιλάκη, Φωτεινή
Σύμβουλος διατριβής Τσατσάκης, Αριστείδης
Μέλος κριτικής επιτροπής Κούππαρης, Μιχαήλ
Τζανακάκης, Γεώργιος
Τζαρδή, Μαρία
Γερμανάκης, Ιωάννης
Νικιτόβιρσ-Τζανακάκη, Ντράγκανα
Τζατζαράκης, Εμμανουήλ
Περίληψη Στην παρούσα διδακτορική διατριβή μελετήθηκε η in-vivo τοξικότητα του ανα-βολικού στεροειδούς, νανδρολόνης στο καρδιαγγειακό σύστημα. Πιο συγκεκριμένα, αξιολογήθηκε η επίδραση της παρατεταμένης χρήσης του συνηθέστερα χρησιμοποι-ούμενου ενέσιμου εστέρα της νανδρολόνης, του δεκανοϊκού (nandrolone decanoate) στο καρδιαγγειακό σύστημα πειραματόζωων, τόσο σε μακροσκοπικό, όσο και σε κυτταρικό επίπεδο. Ακόμα μελετήθηκε η αντιστρεψιμότητα ή μη των τυχόν παρενερ-γειών της αναβολικής ουσίας μετά από χρονικό διάστημα αποτοξίνωσης (wash-out period, 4 μήνες). Για την επίτευξη των ανωτέρω, πραγματοποιήθηκε υπερηχογραφι-κός έλεγχος καθώς και ιστολογικός έλεγχος, του καρδιακού ιστού των πειραματόζω-ων. Συνάμα, πραγματοποιήθηκε προσδιορισμός της ενεργότητας της τελομεράσης στα μονοκύτταρα περιφερικού αίματος και στον καρδιακό ιστό, όπως επίσης μέτρηση βιοχημικών δεικτών και οξειδωτικού στρες στο αίμα. Επιπρόσθετα, αναπτύχθηκε α-ναλυτική μέθοδος για τον προσδιορισμό της μητρικής ουσίας, αλλά και των μεταβολι-τών της σε βιολογικά δείγματα (ούρα, τρίχα) προερχόμενα από τα πειραματόζωα. Παράλληλα, με τη μελέτη της τοξικής δράσης της νανδρολόνης στην καρδιά, έγινε έλεγχος της πιθανής τοξικής δράσης του αναβολικού στους νεφρούς. Για το σκοπό αυτό, έγινε ιστολογική εκτίμηση των νεφρών, μέτρηση της ενεργότητας της τελομεράσης στους νεφρούς, μέτρηση οξειδωτικού στρες στους νεφρούς και μέτρηση βιοχημικών δεικτών που σχετίζονται με τη λειτουργία των νεφρών. Τα Αναβολικά Ανδρογόνα Στεροειδή (ΑΑΣ) αποτελούν συνθετικά παράγωγα της φυσικής ορμόνης τεστοστερόνης και ασκούν δύο βασικές λειτουργίες, προάγουν την ανάπτυξη του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος και τη μυϊκή αύξηση. Πα-ρόλο που τα ΑΑΣ χρησιμοποιούνται σε διάφορες καταστάσεις ως θεραπευτική αγω-γή, γρήγορα ακολούθησε η μη ιατρική χρήση τους, με σκοπό τη βελτίωση της αγω-νιστικής ικανότητας η οποία αρχικά αφορούσε αθλητές της άρσης βαρών, αλλά και αθλημάτων που απαιτούν αυξημένη μυϊκή δύναμη. Στις μέρες μας, παρά το γεγονός ότι τα ΑΑΣ ανήκουν στη λίστα των απαγορευμένων ουσιών της W.A.D.A (World Antidoping Agency), αποτελούν την ηγετική ομάδα των θετικών αποτελεσμάτων κατά τους ελέγχους doping. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των τελευταίων χρόνων, είναι ότι η κατάχρηση των αναβολικών ουσιών έχει αυξηθεί ραγδαία και έχει εξαπλωθεί σε χώρους πέρα του αθλητικού, για λόγους κοινωνικούς (π.χ για λόγους ψυχαγωγίας σε συνδυασμό με αλκοόλ) και κοσμητικούς (π.χ βελτίωση εξωτερικής εμφάνισης, απόκτηση μυώδους σωματότυπου). Ένα ακόμα ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι οι δόσεις που λαμβάνουν οι χρήστες γίνονται όλο και μεγαλύτερες με τα χρόνια. Αναφέρεται πως οι δόσεις που λαμβάνουν οι αθλητές με σκοπό τη βελτίωση της απόδοσής τους είναι από 10 έως 100 φορές μεγαλύτερη από τις αποδεκτές για θεραπευτικούς λόγους. Παρότι η νανδρολόνη συντέθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, αποτελεί ένα από τα πλέον χρησιμοποιούμενα αναβολικά στεροειδή στο χώρο του αθλητι-σμού, ενώ κλινικά εφαρμόζεται σε καταβολικές καταστάσεις, όπως σοβαρά εγκαύμα-τα, καρκίνο και AIDS, καθώς επίσης στην απλαστική αναιμία, στη χρόνια ηπατική α-νεπάρκεια και στην οστεοπόρωση. Η δομή της είναι παρόμοια με αυτήν της τεστο-στερόνης, με τη μόνη διαφορά την απουσία της μεθυλομάδας στη θέση 19 και έτσι χαρακτηρίζεται ως 19-νορτεστοστερόνη. Η νανδρολόνη συναντάται είτε υπό τη μορ-φή ενέσιμων εστέρων της, είτε ως προορμόνες χορηγούμενες από το στόμα. Όλες οι μορφές της νανδρολόνης μετατρέπονται σχεδόν ολοκληρωτικά σε μεταβολίτες της φάσης Ι και εκκρίνονται ως συζεύγματα της νορανδροστερόνης (3α-υδροξυ-5α-εστραν-17-όνη) και νορετιοχολανολόνης (3α-υδροξυ-5β-εστραν-17-όνη). Για τη διεξαγωγή του in vivo πειράματος χρησιμοποιήθηκαν πειραματόζωα (κουνέλια) ίδιας ηλικίας και ίδιου φύλου. Τα πειραματόζωα χωρίστηκαν σε 4 ομάδες: Control, High dose Intramuscular (HDIM), Low dose Intramuscular (LDIM) και High Dose Subcutaneous (HDSC). Στα πειραματόζωα των ομάδων HDIM και HDSC η χο-ρηγούμενη δόση ήταν 10 mg/kg και στα πειραματόζωα της ομάδας LDIM η χορηγού-μενη δόση ήταν 4 mg/kg, δύο ημέρες την εβδομάδα για 6 μήνες. Το πειραματικό σχήμα της χορήγησης επιλέχθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να προσομοιώνει τη χρήση από τους αθλητές. Αποτελείται από δύο περιόδους, την περίοδο χορήγησης που διήρκεσε 6 μήνες και το διάστημα της αποτοξίνωσης (wash-out period) που διήρκεσε 4 μήνες. Κατά τη διάρκεια του πειράματος, συλλέχθηκαν βιολογικά δείγματα (αίμα, τρίχα, ούρα) στην αρχή του πειράματος και στο τέλος κάθε διμήνου χορήγησης και αποτοξίνωσης. Το αίμα χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό των βιοχημικών δει-κτών, της ενεργότητας της τελομεράσης και των δεικτών του οξειδωτικού στρες. Τα ούρα χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη του μεταβολισμού και η τρίχα για τη μελέτη της πιθανής εναπόθεσης στον οργανισμό. Για την ανίχνευση της αναβολικής ουσίας και των μεταβολιτών της στη τρίχα και στα ούρα αναπτύχθηκε αναλυτική μέθοδος υγροχρωματογραφίας συζευγμένης με φασματομετρία μαζών (LC-MS). H ανάλυση πραγματοποιήθηκε σε στήλη Discovery HS C18 (25cm x 4.6cm x 5μm), η κινητή φάση αποτελούνταν από 0, 1% φορμικό οξύ και μεθανόλη (gradient) και πηγή χημικού ιονισμού υπό ατμοσφαιρική πίεση (APCI), σε ρύθμιση θετικού ιονισμού. Για την αξιολόγηση αυτής χρησιμοποιήθηκαν οι αναλυ-τικές παράμετροι: γραμμικότητα, ακρίβεια, ανάκτηση, επαναληψιμότητα, όριο ανί-χνευσης (LOD) και όριο ποσοτικοποίησης (LOQ). Ο χρόνος έκλουσης της νανδρολό-νης ήταν 14,93 min και τα ιόντα που εξετάσθηκαν ήταν 275,15 and 307,25. Για το μεταβολίτη 19-ΝΕ και το 19-ΝΑ ο χρόνος ανάσχεσης ήταν 16,13 min και 16,33 αντί-στοιχα, ενώ τα ιόντα που εξετάσθηκααν ήταν 259,25 και 241,10. Ο χρόνος ανάσχε-σης του turinabol (I.STD) ήταν 15.73 min και τα ιόντα που εξετάσθηκαν ήταν 317.73 και 335.25. Στα δείγματα τρίχας, το όριο ανίχνευσης (LOD) της μεθόδου, για τη μητρική ουσία, ήταν 1,2 pg/mg, ενώ για τους δύο κύριους μεταβολίτες 19-ΝΕκαι 19-ΝΑ ήταν 2,8 pg/mg και 6,2 pg/mg αντίστοιχα. Το όριο ποσοτικοποίησης (LOQ) για τη μητρική ουσία, ήταν 4,0 pg/mg, ενώ για τους δύο κύριους μεταβολίτες 19-ΝΕ και 19-ΝΑ ήταν 9.3 pg/mg και 20,8 pg/mg, αντίστοιχα. Στα δείγματα τρίχας, η μέση ανάκτηση της νανδρολόνης βρέθηκε 92%, ενώ των μεταβολιτών 119%. Η ακρίβεια (accuracy) της μεθόδου στα δείγματα τρίχας, ήταν για τη νανδρολόνη 99%, για τη 19-ΝΕ 98% και για τη 19-ΝΑ 102%. Η επαναληψιμότητα (precision) εκφρασμένη σε %RSD στα δείγ-ματα τρίχας ήταν 14% για τη νανδρολόνη, 29% για τη 19-ΝΕ και 17% για τη 19-ΝΑ. Η γραμμικότητα της μεθόδου ήταν ικανοποιητική τόσο για τη μητρική ουσία όσο για τους μεταβολίτες (&γτ0,99) στο εύρος συγκεντρώσεων που μελετήθηκαν (0-1000 pg/mg). Σε δείγματα τρίχας προερχόμενα από τα πειραματόζωα βρέθηκε μόνο η μη-τρική ουσία: η μέση συγκέντρωση της οποίας για την ομάδα υψηλής δόσης ήταν 33,9±5,9 pg/mg ενώ η μέση συγκέντρωση για την ομάδα χαμηλής δόσης ήταν 26,7±1,0 pg/mg. Στα δείγματα ούρων, το όριο ανίχνευσης (LOD) της μεθόδου, για τη μητρική ουσία, ήταν 0,9 ng/ml, ενώ για τους δύο κύριους μεταβολίτες 19-νορετιοχολανολόνη και 19-νορανδροστερόνη 1,8 ng/ml και 1,7 ng/ml αντίστοιχα. Το όριο ποσοτικοποίη-σης (LOQ) της μεθόδου, για τη μητρική ουσία, ήταν 3,1 ng/ml, ενώ για τους δύο κύρι-ους μεταβολίτες 19-ΝΕ και 19-ΝΑ 8,7 ng/ml και 5,5 ng/ml, αντίστοιχα. Η μέση ανά-κτηση της νανδρολόνης βρέθηκε 75%, του μεταβολίτη 19-νορετιοχολανολόνη 101% και του 19-νορανδροστερόνη 114%. Η ακρίβεια (accuracy) της μεθόδου στα δείγματα ούρων, ήταν για τη νανδρολόνη 104%, για τη 19-νορετιοχολανολόνη 93% και για τη 19-νορανδροστερόνη 98%. Το %RSD στα δείγματα τρίχας ήταν 27% για τη νανδρο-λόνη, 25% για τη 19-ΝΕ και 30% για τη 19-ΝΑ. Η γραμμικότητα της μεθόδου ήταν ικανοποιητική τόσο για τη μητρική ουσία όσο για τους μεταβολίτες (΄&γτ0,99) στο εύρος συγκεντρώσεων που μελετήθηκαν (0-1000 ng/ml). Σε δείγματα ούρων προερχόμενα από τα πειραματόζωα βρέθηκαν μόνο οι μεταβολίτες της νανδρολόνης, για την ομά-δα υψηλής δόσης η μέση συγκέντρωση της 19-ΝΕ ήταν 6,9± 4,0 ng/ml και αντίστοι-χα, η μέση συγκέντρωση της 19-ΝΑ ήταν 8,9±4.5 ng/ml. Για την ομάδα χαμηλής δό-σης η μέση συγκέντρωση της 19-ΝΕ ήταν 1,6±0,5 ng/ml και η μέση συγκέντρωση της 19-ΝΑ ήταν 11,7± 2,9 ng/ml. Κατά την ιστολογική εκτίμηση του καρδιακού ιστού παρατηρήθηκε εστιακή ί-νωση και ήπια χρόνια φλεγμονή στις ομάδες υψηλής δόσης (HDIM, HDSC). Επιπλέ-ον, στην HDSC ομάδα παρατηρήθηκε οίδημα. Αντίθετα, ήπια εστιακή ίνωση παρα-τηρήθηκε στην ομάδα χαμηλής δόσης (LDIM). Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημα-ντικές αλλαγές, τόσο στο βάρος της καρδιάς, όσο και στο συνολικό βάρος του σώμα-τος των πειραματόζωων στα οποία χορηγούνταν η αναβολική ουσία (p΄&γτ0,05). Στα πειραματόζωα στα οποία πραγματοποιήθηκε η χορήγηση της αναβολικής ουσίας παρατηρήθηκε μια τάση για μη σημαντικές αυξημένες τιμές της μάζας του μυοκαρδίου (p=0,340) η οποία συνδέθηκε με επιδείνωση των δεικτών της ολικής μυ-οκαρδιακής λειτουργίας (MPI-PW: treated animals 0,73±0,16 vs control group 0,52±0,07, p=0,026; MPI-TDI: treated animals 0,91±0,09 vs control group 0,63±0,02, p=0,001). Η συστολική λειτουργία δεν παρουσίασε αλλαγές ή τάση για επιδείνωση στα πειραματόζωα στα οποία έγινε η χορήγηση. Επιπλέον, στα πειραματόζωα στα οποία χορηγήθηκε υψηλή δόση αναβολικής ουσίας παρουσίασαν πιο έκδηλη αύξηση στη μάζα του μυοκαρδίου (myocardial mass-mmode: high-dose treated animals 6,0±1,4 g vs low-dose treated animals 4,9±0,31 g, p=0,343) όπως επίσης και πιο σημαντική επιδείνωση στους δείκτες της ολικής μυοκαρδιακής λειτουργίας, σε σχέση με τα πειραματόζωα χαμηλής δόσης. Πραγματοποιήθηκε ακόμα μέτρηση των δεικτών του οξειδωτικού στρες (TBARS, carbonyls, TAC, catalase). Παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση των επιπέ-δων των TBARS (p΄&λτ0,05) στις δύο ομάδες υψηλής δόσης (HDIM, HDSC) και μη ση-μαντική μείωση των επιπέδων της καταλάσης (p=0,237, p=0,238 αντίστοιχα). Ιδιαίτε-ρο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αποτοξίνωσης τα επίπεδα των TBARS και της καταλάσης επέστρεψαν στα φυσιολογικά επίπεδα στην ομάδα HDIM, ενώ στην ομάδα HDSC, παρότι τα επίπεδα της καταλάσης επέστρεψαν σε φυσιολογικά επίπεδα, τα επίπεδα των TBARS αυξήθηκαν σημαντικά (p=0,01). Στην ομάδα χαμηλής δόσης (LDIM) τα επίπεδα των δεικτών του οξειδωτικού στρες παρέμειναν πρακτικά σταθερά. Στα επίπεδα των carbonyls και TAC δε παρουσιά-σθηκε καμία σημαντική διαφοροποίηση σε καμία ομάδα χορήγησης. Από τη μέτρηση της ενεργότητας της τελομεράσης στον καρδιακό ιστό διαπι-στώθηκε πως κατά τη διάρκεια της περιόδου χορήγησης η σχετική ενεργότητα της τελομέρασης, αυξήθηκε σημαντικά σε όλες τις ομάδες χορήγησης (LDIM 230% vs HDIM 552%, p=0,004; HDSC 212%). Ο ενδομυϊκός τρόπος χορήγησης ίσως συμ-βάλλει στην αύξηση της φλεγμονής, όπως φαίνεται από τη σχετική ενεργότητα της τελομεράσης στα μονοκύτταρα του περιφερικού αίματος (ΗDIM 652% vs HDSC 312%, p=0,003; LDIM 330% vs HDSC 312%, p=0,20). Κατά το διάστημα της αποτο- ξίνωσης δε παρατηρείται επιστροφή των τιμών στα φυσιολογικά επίπεδα σε καμία από τις δύο ομάδες υψηλής δόσης (p΄&λτ0,05). Παράλληλα μετρήθηκαν τα επίπεδα βιοχημικών δεικτών που σχετίζονται με τη καρδιαγγειακή λειτουργία. Παρατηρήθηκε μη σημαντική (p΄&γτ0,05) αύξηση των επι-πέδων της CPK σε όλες τις ομάδες χορήγησης (control: 332±253 U/L, LDIM: 645±442 U/L, HDIM: 1149±733 U/L, HDSC: 461±314 U/L) και ταυτόχρονα μια ήπια αύξηση των επιπέδων LDH στις ομάδες ενδομυϊκής χορήγησης. Παρατηρήθηκε ση-μαντική αύξηση των επιπέδων της Τροπονίνης Ι στην ομάδα HDSC (p=0,024) κατά τη διάρκεια της περιόδου χορήγησης. Αυξημένα επίπεδα Τροπονίνης Ι παρατηρήθη-καν και κατά τη διάρκεια της περιόδου αποτοξίνωσης για την προαναφερθείσα ομά-δα καθώς επίσης παρατηρήθηκε μια απότομη αύξηση στα επίπεδα του BNP (7,3±3,6 pg/mg). Στο πλαίσιο της μελέτης της νεφροτοξικότητας η ιστολογική εκτίμηση των νε-φρών έδειξε για την ομάδα HDIM υπεραιμία στα σπειράματα και στον ενδιάμεσο χώ-ρο των ουροφόρων σωληναρίων. Επίσης παρατηρήθηκε εστιακή ίνωση και ήπια διάμεση φλεγμονή. Στην ομάδα LDIM παρατηρήθηκε υπεραιμία και ήπια χρόνια φλεγμονή. Στην ομάδα HDSC παρατηρήθηκε υπεραιμία στον ενδιάμεσο χώρο των ουροφόρων σωληναρίων, αγγειακή συμφόρηση και αγγειοβρίθεια. Επιπρόσθετα, μετρήθηκαν τα επίπεδα της ουρίας και της κρεατινίνης στον ορό προερχόμενο από τα πειραματόζωα. Οι δείκτες αυτοί αυξήθηκαν σε όλες τις ο-μάδες, με σημαντική διαφορά (p΄&λτ0.05) μόνο στις HD (ουρία: control: 13,8±6,4 ng/dl, LDIM: 20,0±5,7 ng/dl, HDIM: 21,6±9,1 ng/dl, HDSC: 16,7±7,3 ng/dl, κρεατινίνη: control: 0,37±0.37 mg/dl, LDIM: 0,46±0,27 mg/dl, HDIM: 0,55±0,27 mg/dl, HDSC: 0,36±0.26 mg/dl). Οι τιμές της κρεατινίνης για την ομάδα HDIM μειώθηκαν κατά την περίοδο της αποτοξίνωσης κατά 20%, ενώ οι τιμές της ουρίας αυξήθηκαν σημαντικά για τις ομάδες HDIM και HDSC (56%, p=0,034 and 21%, p=0,047, αντίστοιχα) και δεν παρουσιάσθηκε σημαντικές αλλαγές κατά την περίοδο της αποτοξίνωσης. Παρατη-ρήθηκε επίσης αλλαγή των δεικτών του οξειδωτικού στρες (TBARS, GSH) στον ιστό των νεφρών στις ομάδες HDIM και HDSC (control: TBARS: 17,7±4,6 nmol/mg protein, HDIM: 35,4±7,2 nmol/mg protein, HDSC: 42±29 nmol/mg protein, GSH: con-trol: 0,138±0,004 μmol/mg protein, HDIM: 0,063±0,020 μmol/mg protein, HDSC: 0,098±0,012 μmol/mg protein). Τα επίπεδα της GSH μειώθηκαν σημαντικά (p=0,018) κατά 50% στην ομάδα HDIM και κατά 29% στην ομάδα HDSC (p=0,046). Κατά τη διάρκεια της περιόδου αποτοξίνωσης τα επίπεδα των δεικτών του οξειδωτικού στρες παρέμειναν πρακτικά αμετάβλητα με μια μη σημαντική (p΄&γτ0,05) αύξηση των επιπέ-δων των TBARs και carbonyls στην ομάδα HDSC. Οι μετρήσεις της ενεργότητας της τελομεράσης στο νεφρικό ιστό έδειξαν ση-μαντική αύξηση μόνο στην ομάδα HDIM (p=0,020) στην περίοδο χορήγησης. Κατά το διάστημα της αποτοξίνωσης η σχετική ενεργότητα της τελομεράσης μειώθηκε μη ση-μαντικά στις ομάδες HDIM και HDSC (12% και 26%, αντίστοιχα). Από τα παραπάνω αποτελέσματα φαίνεται πως η νανδρολόνη προκαλεί επιδείνωση στους βιοχημικούς δείκτες της νεφρικής λειτουργίας σε συνδυασμό με τις αλλοιώσεις στους νεφρούς, πιθανώς ως απόρροια αυξημένου οξειδωτικού στρες. Το πρωτόκολλο αυτό αποτελεί μια καινοτόμα ερευνητική προσπάθεια στην μελέτη των παρενεργειών της κατάχρησης των αναβολικών στεροειδών, καθώς εξε-τάζει ποικίλες και πρωτοποριακές παραμέτρους ώστε να γίνει η εκτίμηση του βαθμού και του μηχανισμού της καρδιοτοξικότητας της νανδρολόνης. Συμπερασματικά, η παρατεταμένη χρήση της νανδρολόνης επηρεάζει την διαστολική λειτουργία, όπως αυτό φαίνεται από τους δείκτες της ολικής μυοκαρδιακής λειτουργίας. Η αύξηση των επιπέδων της τροπονίνης και του BNP αποτελεί σημαντική ένδειξη της έναρξης της καρδιακής ανεπάρκειας. Το γεγονός ότι παρατηρείται αύξηση της τροπονίνης κατά το διάστημα της αποτοξίνωσης αποτελεί μια ανησυχητική ένδειξη για παρατεταμένη ή καθυστερημένη τοξική δράση των αναβολικών στην καρδιά. Επιπλέον, τα ιστοπαθο-λογικά ευρήματα καταδεικνύουν την τοπική βλάβη του καρδιακού ιστού καθώς και η αυξημένη ενεργότητα της τελομεράσης πιθανότατα λειτουργεί ως αντισταθμιστικός μηχανισμός για την επιβίωση των κυττάρων μπροστά στην υπάρχουσα συσσώρευση του οξειδωτικού στρες. Ακόμα, από τα αποτελέσματα φαίνεται πως οι ομάδες υψηλής δόσης επιβαρύνονται περισσότερο από αυτήν της χαμηλής. Η ενδομυϊκή χορήγηση υψηλής δόσης φαίνεται πως επηρεάζει περισσότερο το καρδιαγγειακό σύστημα σε σχέση με την αντίστοιχη χαμηλής δόσης. Η υποδόρια χορήγηση όμως φαίνεται να προκαλεί πιο αμετάβλητες παρενέργειες στο καρδιαγγειακό σύστημα.
Φυσική περιγραφή 128 σ. : εικ.πίν. σχήμ. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Anabolic steroids
Oxidative stress
Telomerase
Οξειδωτικό στρες
Τελομεράση
Ημερομηνία έκδοσης 2016-12-13
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 149

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Δεν έχετε δικαιώματα για να δείτε το έγγραφο.
Δεν θα είναι διαθέσιμο έως: 2018-12-13