Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Γενετική ανάλυση της αγγειογένεσης στο συστηματικό ερυθηματώδη λύκο : γονιδιακοί πολυμορφισμοί σε ειδικά μόρια του ενδοθηλίου και η συμβολή τους στη μελέτη της ενδοθηλιακής βιολογίας και της αγγειογένεσης  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000374489
Τίτλος Γενετική ανάλυση της αγγειογένεσης στο συστηματικό ερυθηματώδη λύκο : γονιδιακοί πολυμορφισμοί σε ειδικά μόρια του ενδοθηλίου και η συμβολή τους στη μελέτη της ενδοθηλιακής βιολογίας και της αγγειογένεσης
Άλλος τίτλος Genetic analysis of angiogenesis in systemic lupus erythematosus :gene polymorhisms in endothelial cell specific molecules and their implications for the endothelial biology and angiogenesis
Συγγραφέας Βαζγιουράκης, Βασίλειος Μ
Σύμβουλος διατριβής Μπούμπας, Δημήτριος
Μέλος κριτικής επιτροπής Γουλιέλμος, Γεώργιος
Σιδηρόπουλος, Πρόδρομος
Καρδάσης, Δημήτριος
Παπαδάκη, Ελένη
Ηλιόπουλος, Αριστείδης
Τσατσάνης, Χ,
Περίληψη Το ανοσοποιητικό σύστημα εξελίχθηκε για να προστατεύει το σώμα από ξένα εισβάλλοντα παθογόνα. Κάτω όμως από συγκεκριμένες παθολογικές καταστάσεις η ανοσολογική ανοχή χάνεται και το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στον «εαυτό» προκαλώντας βλάβη σε διάφορους ιστούς και όργανα, κατάσταση η οποία χαρακτηρίζει την αυτοανοσία. Ο Σ υστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (Σ.Ε.Λ.) αποτελεί το πρωτότυπο αυτοάνοσο νόσημα που χαρακτηρίζεται κυρίως από υπερενεργοποιημένα Β-λεμφοκύτταρα, παραγωγή αυτοαντισωμάτων και απρόσφορη ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος οδηγώντας σε χρόνια φλεγμονή. Μεταξύ των διαφόρων συστημάτων που προσβάλλονται στο Σ.Ε.Λ. είναι το αγγειακό σύστημα και οι καρδιαγγειακές διαταραχές αποτελούν μείζονα αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας κατά τη διαδρομή της νόσου. Οι ασθενείς με Σ.Ε.Λ. χαρακτηρίζονται από πρώιμη και επιταχυνόμενη αθηροσκλήρωση που δεν ερμηνεύεται πλήρως από τους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου κατά Framingham. Για το λόγο αυτό έχουν προταθεί διάφοροι, μη παραδοσιακοί, παράγοντες κινδύνου όπως η συστηματική φλεγμονή, η παραγωγή αντι-ενδοθηλιακών αυτοαντισωμάτων, επίθεση στο ενδοθήλιο από αυτοδραστικά Τ-λεμφοκύτταρα και ανισορροπία μεταξύ ενδοθηλιακής βλάβης και επιδιόρθωσης που οδηγούν τελικά σε ενδοθηλιακή δυσλειτουργία που μπορεί να αναγνωριστεί τόσο κλινικά όσο και βιολογικά με τη χρήση κυτταρικών δεικτών όπως ο αυξημένος αριθμός κυκλοφορούντων ενδοθηλιακών κυττάρων (CECs) και ο μειωμένος αριθμός ενδοθηλιακών προγονικών κυττάρων (EPCs) στο αίμα ασθενών με Σ.Ε.Λ. Η αθηροσκλήρωση σήμερα θεωρείται ως φλεγμονώδης και αυτοάνοση νόσος με συμμετοχή της φυσικής και της επίκτητης ανοσίας. Το εναρκτήριο γεγονός στην ανάπτυξη της αθηροσκλήρωσης είναι η ενδοθηλιακή δυσλειτουργία που ακολουθείται από κινητοποίηση φλεγμονωδών και ανοσολογικών μηχανισμών και περαιτέρω επέκταση οφειλόμενη σε φλεγμονώδη νεοαγγειογένεση. Αν και ποικίλοι μηχανισμοί έχουν προταθεί, η ακριβής αιτιολογία της εκτεταμμένης αγγειοπάθειας στο Σ.Ε.Λ. παραμένει αδιευκρίνιστη. Σηματοδοτικά μονοπάτια στα ενδοθηλιακά κύτταρα που ενεργοποιούνται ή επηρεάζονται από τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος αποτελούν εξαιρετικές υποψηφιότητες. Το συνδιεγερτικό μόριο CD40 εκφράζεται σε διάφορους κυτταρικούς πληθυσμούς όπως τα Β- λεμφοκύτταρα, τα μονοκύτταρα/μακροφάγα και τα ενδοθηλιακά κύτταρα. Η σηματοδότηση του μορίου μετά την πρόσδεση του συνδέτη του, του CD154 (CD40L), στα ανοσοποιητικά κύτταρα απαιτείται για την ανάπτυξη αποτελεσματικής χυμικής αλλά και κυτταρικής ανοσίας ενώ στα ενδοθηλιακά κύτταρα και τα μονοκύτταρα επάγει προφλεγμονώδη φαινόμενα, επιταχύνει την ανάπτυξη της αθηροσκλήρωσης και κινητοποιεί απρόσφορες αγγειογενείς αποκρίσεις λόγω της υπερπαραγωγής αυξητικού παράγοντα του αγγειακού ενδοθηλίου (VEGF). Η συμμετοχή του γονιδίου CD40 στο Σ.Ε.Λ. δεν έχει επιβεβαιωθεί, ωστόσο η εμμένουσα έκφραση του CD40L από Τ-λεμφοκύτταρα και αιμοπετάλια και αυξημένα επίπεδα διαλυτού CD40L στο πλάσμα ασθενών με Σ.Ε.Λ, μπορεί να ενεργοποιήσει πολυάριθμα κύτταρα. Ο VEGFR2 εκφράζεται κυρίως στα ενδοθηλιακά κύτταρα, μεταβιβάζει τα βασικότερα προαγγειογενετικά σήματα και ρυθμίζει τις βασικές βιολογικές ιδιότητες των ενδοθηλιακών κυττάρων. Η δράση του επιτυγχάνεται μετά από πρόσδεση του συνδέτη του, του VEGF, ο οποίος παράγεται από ενδοθηλιακά κύτταρα, μονοκύτταρα, ινοβλάστες και λεία μυϊκά κύτταρα ως απόκριση στην υποξία που αποτελεί το κύριο φυσιολογικό σήμα για την έναρξη της αγγειογένεσης. Κάτω από παθολογικές καταστάσεις όπως για παράδειγμα η χρόνια φλεγμονή, ο VEGF παράγεται και από άλλους τύπους κυττάρων όπως τα νεοπλασματικά κύτταρα και τα ενεργοποιημένα Τ-λεμφοκύτταρα και επάγει φλεγμονώδη νεοαγγειογένεση ρυθμίζοντας τον υποδοχέα VEGFR-2 με ένα μηχανισμό θετικής επανατροφοδότησης οδηγώντας στην υπερέκφραση του. Νεοαγγειογένεση παρατηρείται στις εκτεταμένες αθηροσκληρωτικές πλάκες και θεωρείται υπεύθυνη για τις αιμορραγίες εντός της πλάκας, την αστάθεια και τελικά τη ρήξη τους. Ο VEGFR2 έχει συσχετισθεί με αγγειακές νόσους όπως η στεφανιαία νόσος και γενετικές μεταλλάξεις του έχουν βρεθεί σε αγγειακούς όγκους αλλά παραμένει άγνωστη η πιθανή συσχέτιση του με το Σ.Ε.Λ. Λαμβάνοντας υπόψη την ενδοθηλιακή έκφραση του CD40 και του VEGFR2, τον περιγεγραμμένο ρόλο τους στις άνοσες αποκρίσεις και την ενδοθηλιακή βιολογία και την πιθανή διασταυρούμενη αλληλεπίδραση των μονοπατιών τους, διερευνήσαμε γενετικά μέσω πολυμορφισμών την πιθανή συμμετοχή των γονιδίων στην παθογένεια του Σ.Ε.Λ. Για τις μελέτες γενετικής συσχέτισης, το πρωτογενές δείγμα αποτελούνταν από 351 ασθενείς με Σ.Ε.Λ. και 670 υγιείς μάρτυρες, όλοι Ελληνικής καταγωγής. Χρησιμοποιήθηκαν 158 ασθενείς με Σ.Ε.Λ. και 155 υγιείς μάρτυρες από την Τουρκία ως δείγμα επαλήθευσης. Η γονοτύπηση για τον rs4810485 μονονουκλεοτιδικό πολυμορφισμό (που έχει ήδη συσχετιστεί με ρευματοειδή αρθρίτιδα) πραγματοποιήθηκε με RFLPs και την τεχνολογία Sequenom MassArray. Η έκφραση του CD40 mRNA και πρωτεΐνης εκτιμήθηκε σε βασικές συνθήκες και μετά από αντιγονική διέγερση με LPS σε μονοπύρηνα κύτταρα περιφερικού αίματος με ποσοτική Real-Time PCR και κυτταρομετρία ροής. Τα CD45 αρνητικά κύτταρα απομονώθηκαν από το περιφερικό αίμα και ο συνολικός αριθμός της υποομάδας των CECs καθώς και η έκφραση του CD40 σε αυτά εκτιμήθηκε επίσης με κυτταρομετρία ροής. Οι V297I (rs2305948) και Q472H (rs1870377) μονονουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί στο VEGFR2 γονοτυπήθηκαν με τεχνολογία Taqman και RFLPs σε 150 ασθενείς με Σ.Ε.Λ. και 96 υγιείς μάρτυρες. Τα CECs απομονώθηκαν από το περιφερικό αίμα με αντι-CD146 σημασμένα μαγνητικά σφαιρίδια και μετρήθηκαν μετά από χρώση τους με TRITC-σημασμένη Ulex Europaeus Aglutinin-1 σύμφωνα με το δημοσιευμένο πρωτόκολλο συμφωνίας. Η απεικόνιση του V297I βασίστηκε στο τρισδιάστατη δομή των D2 και D3 δομικών περιοχών του VEGFR-2 σε σύμπλοκο με τον VEGF-C. Η αντιστοίχιση της αλληλουχίας της D5 περιοχής του VEGFR2 πραγματοποιήθηκε με την αλληλουχία του c-KIT (επίσης υποδοχέας κινάσης τυροσίνης) ακολουθούμενη από ανάλυση ομολογίας της εξωκυττάριας περιοχής του ΚΙΤ, προκειμένου να διερευνηθεί ο πολυμορφισμός Q472H. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το έλασσον αλληλόμορφο Τ του rs4810485 μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού στο CD40 υποαντιπροσωπεύεται σημαντικά στους Έλληνες ασθενείς με Σ.Ε.Λ. συγκριτικά με τους υγιείς μάρτυρες. Η συσχέτιση επαληθεύτηκε στην Τουρκική ομάδα μελέτης και παρέμεινε ισχυρή στη μεταανάλυση 509 ασθενών με Σ.Ε.Λ. και 825 υγιών μαρτύρων. Τόσο σε ασθενείς όσο και σε μάρτυρες, οι rs4810485 G/T και T/T γονότυποι σχετίζονταν με σημαντικά χαμηλότερη έκφραση του CD40 σε επίπεδο RNA και πρωτεΐνης στα B-λεμφοκύτταρα και μονοκύτταρα τόσο σε βασικές συνθήκες όσο και μετά από αντιγονική διέγερση σε σχέση με το G/G γονότυπο. Οι G/T και T/T γονότυποι σχετίζονταν επίσης με σημαντικά χαμηλότερο συνολικό αριθμό αλλά και CD40+ CECs αλλά και χαμηλότερη επιφανειακή έκφραση του CD40 συγκριτικά με το G/G γονότυπο. Το έλασσον αλληλόμορφο Α του VEGFR2 rs18703077 πολυμορφισμού ήταν σημαντικά συχνότερο στους ασθενείς με Σ.Ε.Λ. σε σχέση με τους μάρτυρες ενώ και η παρουσία του ομόζυγου γονοτύπου A/A ήταν επίσης σημαντικά συχνότερη στους ασθενείς. Δεν ανιχνεύθηκε συσχέτιση με το Σ.Ε.Λ. για τον πολυμορφισμό rs2305948. Μεταξύ των ασθενών με τον A/A γονότυπο, ο αριθμός CECs ήταν σημαντικά υψηλότερος σε σχέση με τον Τ/Τ γονότυπο. Η απεικόνιση της μεταλλαγής έδειξε ότι η θέση 472 που βρίσκεται στην 5η Ig-like περιοχή του εξωκυττάριου τμήματος του VEGFR2 και επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της trans- αυτοφωσφορυλίωσης του υποδοχέα και πιθανά την ενεργοποίηση του. Τα αποτελέσματα καθιστούν το CD40 ως γενετικό παράγοντα κινδύνου για Σ.Ε.Λ. Το έλασσον αλληλόμορφο Τ του rs4810485 που υποαντιπροσωπεύεται στο Σ.Ε.Λ. συσχετιζόταν με χαμηλότερη έκφραση CD40 στα Β-λεμφοκύτταρα, μονοκύτταρα και ενδοθηλιακά κύτταρα. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι μία μεγάλη υποομάδα των ασθενών που φέρουν το αλληλόμορφο G, χαρακτηρίζεται από υψηλότερες εκφράσεις CD40 τόσο στα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος όσο και στα ενδοθηλιακά κύτταρα καθώς επίσης και από αυξημένο αριθμό CECs στο αίμα, ενδεικτικό ενδοθηλιακής βλάβης. Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι στους ασθενείς αυτούς η σηματοδότηση του CD40 μπορεί να είναι ενισχυμένη στα κύτταρα στόχους και μπορεί να έχει συνέπειες τόσο στην απρόσφορη ανοσορύθμιση αλλά και στην ενδοθηλιακή λειτουργία προκαλώντας βλάβη είτε άμεσα μέσω της σηματοδότησης στα ενδοθηλιακά κύτταρα είτε έμμεσα μέσω της ενίσχυσης των αντι-ενδοθηλιακών άνοσων αποκρίσεων. Ο πολυμορφισμός Q472H και η ισχυρή συσχέτιση του με το Σ.Ε.Λ. καθιστά το μόριο ως υποψήφιο για τη συμμετοχή του στην παθογένεια της νόσου. Η περαιτέρω ανάλυση του αριθμού των CECs υποδηλώνει ότι ο υπεραντιπροσωπευόμενος A/A γονότυπος μπορεί να σχετίζεται άμεσα με ενδοθηλιακή βλάβη ενώ τα δομικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι, ανεξαρτήτως συσχέτισης με το νόσημα, και οι δύο πολυμορφισμοί που μελετήθηκαν μπορεί να προκαλούν ενδοθηλιακή βλάβη λόγω διαταραχών στη σηματοδότηση του μορίου. Συνολικά, τα αποτελέσματα μας εμπλέκουν το CD40 και το VEGFR2 στην παθογένεια του Σ.Ε.Λ. και παρέχουν περαιτέρω προεκτάσεις που μπορεί να αφορούν και την ενδοθηλιακή βιολογία και αγγειογένεση. Μία πολύ ελκυστική εικασία με βάση τα αποτελέσματα και τη βιβλιογραφικά βασιζόμενη ερμηνεία τους είναι ότι επιπρόσθετα των διαταραχών στην ασοσοπαθογένεια του Σ.Ε.Λ., η σηματοδότηση του CD40 στα Β- λεμφοκύτταρα και μονοκύτταρα μπορεί να προκαλέσει και εκτεταμένη ενδοθηλιακή βλάβη λόγω υπερπαραγωγής αντι-ενδοθηλιακών αντισωμάτων και υπερενεργοποίησης των μονοκυττάρων με αύξηση της προσκόλλησης στα ενδοθηλιακά κύτταρα και υπερπαραγωγή VEGF. O αυξημένος VEGF προσδενόμενος σε ένα υποδοχέα με πιθανά διαταραγμένη σηματοδότηση, μπορεί περαιτέρω να επηρεάσει την ενδοθηλιακή ακεραιότητα. Ο καθαρά υποθετικός αυτός μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει ως «υπόθεση εργασίας» που πρέπει να ελεγχθεί πειραματικά.
Φυσική περιγραφή 243 σ. : πιν. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Angiogenesis
Atherosclerosis
Autoimmunity
Endothelium
Immune mechanisms
Inflammation
Lupus Erythematosus, Systemic
Molecular genetics
Systemic lupus erythematosus
Αγγειογένεση
Αθηροσκλήρωση
Ανοσολογικοί μηχανισμοί
Ενδοθήλιο
Λύκος ερυθυματώδης, Συστηματικός
Μοριακή γενετική
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
Φλεγμονή
Ημερομηνία έκδοσης 2011-12-15
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 150

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 37