Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Συγκριτική μελέτη των κυτταρικών και μοριακών στοιχείων του βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος και των κατόπιν προκλήσεως παραχθέντων πτυέλων σε ασθενείς με σαρκοείδωση  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου uch.med.phd//2003tsiligianni
Τίτλος Συγκριτική μελέτη των κυτταρικών και μοριακών στοιχείων του βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος και των κατόπιν προκλήσεως παραχθέντων πτυέλων σε ασθενείς με σαρκοείδωση
Συγγραφέας Τσιλιγιάννη, Ιωάννα
Περίληψη Η Σαρκοείδωση είναι μια πολυσυστηματική νόσος αγνώστου αιτιολογίας, η οποία χαρακτηρίζεται ιστοπαθολογικά από την ανάπτυξη διάσπαρτων μη τυροειδοποιούμενων επιθηλιοειδών κοκκιωμάτων στους προσβεβλημένους ιστούς. Έχει πια αναγνωρισθεί ότι ο σχηματισμός του κοκκιώματος οφείλεται στην παρουσία ενεργών Τ-λεμφοκυττάρων και ενεργοποιημένων κυψελιδικών μακροφάγων τα οποία χαρακτηρίζουν την χρόνια φλεγμονή της ενεργού νόσου. Έτσι η παθογένεια της νόσου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις ανοσολογικές αλλαγές που συντελούνται στον πάσχοντα οργανισμό. Το αντιγονικό ερέθισμα δρώντας στον πνεύμονα έχει ως επακόλουθο αρχικά την ενεργοποίηση των κυψελιδικών μακροφάγων και των Τ-λεμφοκυττάρων. Η διάγνωση στηρίζεται στην ύπαρξη κλινικών, ακτινολογικών και ιστολογικών ευρημάτων. Η χρήση του βρογχοσκοπίου διευκόλυνε την λήψη βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για την λήψη κυττάρων και εκκρίσεων από το κατώτερο αναπνευστικό σύστημα. Η βρογχοσκόπηση αποτελεί μια διαδικασία σημαντική για την διαγνωστική προσέγγιση ασθενών με διάμεσες πνευμονοπάθειες. Όταν η νόσος είναι ενεργός είναι χαρακτηριστική η αύξηση του αριθμού των βοηθητικών Τ-λεμφοκυττάρων (helper,CD4) ενώ σε όψιμη μη ενεργό φάση φαίνεται να επικρατούν τα κατασταλτικά κύτταρα(suppressor,CD8). Παρότι η τεχνική αυτή είναι σχετικά ακίνδυνη είναι επεμβατική και δύσκολη για τον ασθενή. Θα ήταν χρήσιμο λοιπόν να βρεθεί ένας τρόπος εκτίμησης της βαρύτητας της νόσου, ο οποίος να είναι μη επεμβατικός επαναλήψιμος και καλά ανεκτός από τον ασθενή. Η πρόκληση πτυέλων αποτελεί μια εύκολη, αξιόπιστη και μη επεμβατική μέθοδο. Η μελέτη των διαφόρων δεικτών φλεγμονής στα κατόπιν προκλήσεως παραχθέντα πτύελα έχει αποδειχτεί χρήσιμη σε νοσήματα του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, όπως βρογχικό άσθμα, χρονία αποφρακτική πνευμονοπάθεια, κυστική ίνωση, κ.α. Ο ακριβής ρόλος της προκλήσεως πτυέλων στην διάγνωση αλλά και στην παρακολούθηση ασθενών με διάμεση πνευμονοπάθεια δεν έχει ακόμη διευκρινισθεί. Σκοπός της μελέτης είναι να ερευνηθεί κατά πόσον μπορούν να ληφθούν πληροφορίες για την δραστηριότητα και την βαρύτητα της νόσου με απλούστερες τεχνικές, όπως είναι η πρόκληση πτυέλων, σε σύγκριση με επεμβατικές τεχνικές, όπως είναι η βρογχοσκόπηση και η λήψη βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος. Επίσης να συγκριθεί ο κυτταρικός πληθυσμός καθώς και ο υποπληθυσμός των Τ-λεμφοκυττάρων μεταξύ βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος και των κατόπιν προκλήσεως παραχθέντων πτυέλων. Η υπόθεση μας είναι ότι εκκρίσεις προερχόμενες από το κατώτερο αναπνευστικό ασθενών με σαρκοείδωση αντανακλούν τις φλεγμονώδεις διεργασίες. Η σύγκριση των δεικτών φλεγμονής των προκληθέντων πτυέλων με αυτή του βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος θα επιβεβαιώσει την υπόθεση μας και θα προσφέρει πιθανώς μια νέα μέθοδο εκτίμησης της παθογένειας και της εξέλιξης της νόσου. Δείγματα (πτύελα- βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα) από είκοσι ασθενείς (12 γυναίκες, 8 άνδρες ) με σαρκοείδωση, καθώς και δέκα υγιών ατόμων (5 γυναίκες, 5 άνδρες ) αναλύθηκαν. Η συλλογή πτυέλων έγινε με την βοήθεια νεφελοποιητή, με χρήση διαδοχικώς 3,5% υπέρτονου διαλύματος χλωριούχου νατρίου. Από το δείγμα έγινε συλλογή βυσμάτων προς επεξεργασία και ανάλυση. Η λήψη βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος έγινε με την βοήθεια βιντεοβρογχοσκοπίου. Ο αριθμός και ο τύπος των κυττάρων προσδιορίστηκε με την χρώση Μay-Grunwald-Giemsa, ενώ οι υποπληθυσμοί με κυτταρομετρία ροής. Αποτελέσματα: Το ποσοστό των μακροφάγων ήταν σημαντικά μικρότερο στα πτύελα από ότι στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα, το ποσοστό των ουδετερόφιλων ήταν σημαντικά μικρότερο στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα από ότι στα πτύελα. Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στα ποσοστά των λεμφοκυττάρων και ηωσινόφιλων μεταξύ βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος και πτυέλων, ασθενών με σαρκοείδωση (p=0.693,p=0.247 αντίστοιχα). H εκατοστιαία αναλογία των μακροφάγων ήταν σημαντικά μικρότερη στα πτύελα από ότι στο BAL ( p<0.001). Το ποσοστό των πολυμορφοπύρηνων ήταν σημαντικά μικρότερο στο BAL σε σύγκριση με τα πτύελα (p<0.001). Σημαντική συσχέτιση παρατηρήθηκε στα λεμφοκύτταρα (r=0.61,p=0.004), στα μακροφάγα (r=0.51,p=0.02), καθώς και στον δείκτη CD4+/CD8+ (r=0.7,p=0.001) μεταξύ βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος και προκλητών πτυέλων. T λεμφοκύτταρα και υποπληθυσμοί: O λόγος CD4+/CD8+ δεν διέφερε στατιστικά σημαντικά μεταξύ πτυέλων και BAL σε ασθενείς με σαρκοείδωση (p>0.253). Συμπεράσμα: Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι υπάρχει συσχέτιση λεμφοκυττάρων, υποπληθυσμών των λεμφοκυττάρων και μακροφάγων μεταξύ βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος και προκλητών πτυέλων. Σε μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να διερευνηθεί το κατά πόσον η εξέταση της πρόκλησης πτυέλων μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απλή και μη επεμβατική τεχνική για την παρακολούθηση των ασθενών με σαρκοείδωση πνεύμονος.
Ημερομηνία έκδοσης 2003-07-01
Ημερομηνία διάθεσης 2003-11-28
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 57

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 7