Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Βιογεωγραφία και οικολογία των χερσαίων μαλακίων και ισοπόδων σε νησιά του Αιγαίου σε σχέση με την περιβαλλοντική ετερογένεια και την έκταση.  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου uch.biology.phd//2006triantis
Τίτλος Βιογεωγραφία και οικολογία των χερσαίων μαλακίων και ισοπόδων σε νησιά του Αιγαίου σε σχέση με την περιβαλλοντική ετερογένεια και την έκταση.
Άλλος τίτλος Biogeography and ecology of land snails and isopods on islands of the Aegean Sea in relationship to environmental heterogeneity and area.
Συγγραφέας Τριάντης, Κώστας
Σύμβουλος διατριβής Μυλωνάς, Μωυσής
Περίληψη Η έρευνα στα νησιά έχει διαδραματίσει και συνεχίζει να διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην κατανόηση των βασικών και κυρίαρχων χαρακτηριστικών της Οικολογίας, της Εξέλιξης και της Βιογεωγραφίας. Μια σειρά οικολογικών και βιογεωγραφικών προτύπων διερευνώνται και ελέγχονται με τη μελέτη της βιογεωγραφίας των χερσαίων σαλιγκαριών και των χερσαίων ισοπόδων σε τρία νησιωτικά συγκροτήματα του Αιγαίου (Σκύρος, Αστυπάλαια, Κάλυμνος) και σε συνολικά 38 νησιά και νησίδες. Τόσο τα χερσαία σαλιγκάρια όσο και τα νησιωτικά συγκροτήματα έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί σε οικολογικές και σε ιστορικές βιογεωγραφικές μελέτες επιτυχώς. Οι αυτές ομάδες αποτελούν κατάλληλο “οργανισμικό εργαλείο” για οικολογικές και βιογεωγραφικές μελέτες γιατί ικανοποιούν τις ακόλουθες βασικές απαιτήσεις: α) έχουν περιορισμένη ικανότητα διασποράς, β) συλλέγονται με σχετική ευκολία, γ) εκμεταλλεύονται ένα μεγάλο εύρος της περιβαλλοντικής ετερογένειας κάθε περιοχής, δ) βρίσκονται σε αρκετά μεγάλο αριθμό ειδών και ε) η ταξινόμηση τους είναι αρκετά βατή. Τα τρία νησιωτικά συγκροτήματα επιλέχθηκαν με βάση τις δυο συνιστώσες της απομόνωσης, τη γεωγραφική και την γεωλογική. Το συγκρότημα της Αστυπάλαιας αποτελεί ένα από τα πλέον απομονωμένα συγκροτήματα στο Αιγαίο, τόσο γεωλογικά όσο και γεωγραφικά. Αντίθετα, το συγκρότημα της Καλύμνου χωρίζεται με πολύ μικρές αποστάσεις από τα παράλια της Μικράς Ασίας αλλά και από τα γειτονικά νησιά και ταυτόχρονα έχει απομονωθεί πολύ πρόσφατα στο γεωλογικό χρόνο. Τέλος, το συγκρότημα της Σκύρου βρίσκεται σχετικά κοντά στα παράλια της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά χαρακτηρίζεται από μακρά γεωλογική απομόνωση. Η παράλληλη, συγκριτική μελέτη της βιογεωγραφίας δυο ομάδων στα ίδια νησιωτικά συγκροτήματα γίνεται για πρώτη φορά στον Ελληνικό χώρο και αποτελεί κατά κανόνα εξαίρεση στη διεθνή βιβλιογραφία. Το βασικό πλεονέκτημα που προσφέρει η συγκριτική βιογεωγραφική μελέτη δυο ομάδων, είναι πως μπορεί να καταδείξει αποτελεσματικότερα τους μηχανισμούς που καθορίζουν τη βιοποικιλότητα μιας περιοχής αλλά και το εύρος της δράσης των μηχανισμών αυτών. Όσον αφορά τα χερσαία μαλάκια, συνολικά και στα τρία νησιωτικά συγκροτήματα συλλέχθηκαν 89 είδη που ανήκουν σε 52 γένη. Στην περίπτωση των χερσαίων ισοπόδων συνολικά βρέθηκαν 40 είδη τα οποία ανήκουν σε 24 γένη. Ανά νησιωτικό συγκρότημα είχαμε, 42 είδη σαλιγκαριών στο συγκρότημα της Σκύρου, 34 στην Αστυπάλαια και 47 στην Κάλυμνο. Στα χερσαία ισόποδα είχαμε 32 είδη στην Αστυπάλαια και 26 στην Κάλυμνο. Για τα 31 από τα 37 νησιά που μελετήθηκαν στην παρούσα εργασία το σύνολο των ειδών τόσο των μαλακίων όσο και των ισοπόδων αποτέλεσαν νέες αναφορές, καθώς κανένα από αυτά δεν είχε μελετηθεί κατά το παρελθόν. Στα υπόλοιπα νησιά η αύξηση της γνώσης μας ήταν ιδιαιτέρως σημαντική. Αυτό που καταρχάς είναι απαραίτητο στο χώρο της Οικολογίας και της Βιογεωγραφίας είναι η προσπάθεια σαφούς οριοθέτησης του “λεξιλογίου” που χρησιμοποιούμε (Κεφάλαιο 2). Είναι απαραίτητη πλέον μια συνολική αναθεώρηση όρων και ορισμών τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Ιδιαίτερα οι όροι που σχετίζονται με την “μέτρηση” της περιβαλλοντικής ετερογένειας, ενδιαίτημα, βιότοπος και οικότοπος, αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα μιας συνολικής θεώρησης του θεωρητικού περιεχομένου, ώστε να είναι διακριτή και ξεκάθαρη η χρήση τους. Σε συνέχεια αυτού, προτείνεται πως ο όρος “ενδιαιτηματικός τύπος” μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως το εργαλείο μέτρησης της περιβαλλοντικής ετερογένειας σε επίπεδο ταξινομικής ομάδας. Σε καμία περίπτωση η θεωρητική αντιμετώπιση των οικολογικών όρων αλλά και οι δυσκολίες που προκύπτουν κατά τη πρακτική τους εφαρμογή δεν πρέπει να αποτελέσουν ανάχωμα στην προσπάθεια μελέτης της επίδρασης της περιβαλλοντικής ετερογένειας στη διαμόρφωση της βιοποικιλότητας. Και από την άλλη, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να καταλήξουμε σε μια τυπολατρική ανάγνωση των οικολογικών όρων, που στην ουσία θα καθιστά τη χρήση των όρων αυτών ανενεργή. Η συνεκτίμηση της περιβαλλοντικής ετερογένειας αποτελεί δομικό συστατικό της βιοποικιλότητας και θεωρώ πως πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των εργασιών που μελετούν την εγκαθίδρυση και τη μεταβολή της βιοποικιλότητας. Η σχέση αριθμού ειδών και έκτασης θεωρείται ένας από τους λίγους “νόμους” στην Οικολογίας. Σχεδόν πάντοτε θα παρατηρείται αύξηση του αριθμού των ειδών καθώς θα αυξάνουμε τη δειγματοληπτική επιφάνεια, χωρίς όμως να παραμένουν σταθεροί οι αιτιακοί μηχανισμοί που “παράγουν” τη σχέση αυτή, στο χώρο και το χρόνο (Κεφάλαιο 3). Όσον αφορά τη μαθηματική σχέση που περιγράφει αποτελεσματικότερα τη SPAR, το δεδομένο είναι πως 90 σχεδόν χρόνια μετά της πρωτοδιατύπωση της, η σχέση του Arrhenius (1921) παραμένει αποτελεσματικότερη των υπολοίπων χωρίς όμως αυτό να ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Θεωρώ πως από τη μία είναι προφανής η αναγκαιότητα αναζήτησης μιας σχέσης που να μπορεί να περιγράφει τη σχέση του αριθμού των ειδών και της έκτασης αποτελεσματικά σε όλες τις περιπτώσεις αλλά μου φαντάζει πιθανότερη η εκδοχή πως με δεδομένη την εναλλαγή των διαδικασιών που καθορίζουν των αριθμό των ειδών χωρικά και χρονικά, θα είναι αναγκαία η χρήση διαφορετικών μαθηματικών σχέσεων κατά περίπτωση και απλώς μια από αυτές θα είναι αποτελεσματικότερη στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Οι κλίσεις της SPAR για τα χερσαία σαλιγκάρια και τα ισόποδα στα τρία νησιωτικά συγκροτήματα που μελέτησα φανερώνουν πως το βασικό χαρακτηριστικό που καθορίζει τον αριθμό των ειδών και των δυο ομάδων είναι ο πρόσφατος σχηματισμός των νησιωτικών συγκροτημάτων. Τα τρία αυτά νησιωτικά συγκροτήματα αποτελούν παραδείγματα της συντριπτικής πλειοψηφίας των νησιωτικών συγκροτημάτων στο Αιγαίο αλλά και στο Ιόνιο. Πρόκειται για πρόσφατους σχηματισμούς που ακόμα και για ομάδες, με ιδιαίτερα περιορισμένη ικανότητα διασποράς όπως τα μαλάκια και τα ισόποδα, συμπεριφέρονται ως τμήματα μιας ενιαίας μάζας ξηράς. Η παλαιότητα της απομόνωσης των ευρύτερων περιοχών που η διάσπαση τους οδήγησε στο σχηματισμό των νησιωτικών συγκροτημάτων, δεν αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τον αριθμό των ειδών αλλά απλώς επηρεάζει και καταφαίνεται στα ποσοστά των ενδημικών ειδών αλλά και στον πανιδικό χαρακτήρα των ειδών που είναι παρόντα. Γίνεται έτσι σαφές, πως η παραπάνω εικόνα θα γίνεται ακόμη εντονότερη για ομάδες με μεγαλύτερη ικανότητα μετακίνησης και για ομάδες που μπορούν ευκολότερα να ξεπερνούν θαλάσσια φράγματα. Αυτό λοιπόν που αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό αντικείμενο μελέτης σε αντίστοιχες περιπτώσεις είναι η μελέτη και η αναγνώριση των παραγόντων που επηρεάζουν όχι τον αριθμό των ειδών αλλά τα τη σύνθεση των πανίδων, τον εγκυβωτισμό τους και τη συμπαρουσία των ειδών. Προς την κατεύθυνση της αναγκαιότητας για τη συνεκτίμηση της περιβαλλοντικής ετερογένειας στις μελέτες που αφορούν τη βιοποικιλότητα, κινείται και η πρόταση του μοντέλου Χώρος, μιας μαθηματικής σχέσης που εκτός της έκτασης συμπεριλαμβάνει και την περιβαλλοντική ετερογένεια (Κεφάλαιο 4). Δεν θεωρώ πως το μοντέλο Χώρος αποτελεί “πανάκεια” στην προσπάθεια ανακάλυψης αποτελεσματικότερων μαθηματικών σχέσεων τόσο στην περιγραφή του αριθμού των ειδών όσο και στην πρόβλεψή του. Από την άλλη όμως, εκτός από το ότι αποτελεί το απλούστερο και αποτελεσματικότερο των μοντέλων που εμπεριέχουν την περιβαλλοντική ετερογένεια, καταδεικνύει πως η έκταση δεν είναι αρκετή. Η περιβαλλοντική ετερογένεια όσο και αν μας δυσκολεύει, είναι δομικό συστατικό της βιοποικιλότητας που μετράμε και μελετάμε και θα πρέπει να επιδιώξουμε τη συμπερίληψη της σε μαθηματικές σχέσεις. Μελετώντας το φαινόμενο του μικρού νησιού (SIE) μέσω της αναζήτησης απλώς “ανώμαλων” συμπεριφορών της σχέσης αριθμού ειδών και έκτασης (SPAR), δεν είχαμε καταφέρει ως σήμερα να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τις γενεσιουργές αιτίες αλλά και ούτε να προτείνουμε αποτελεσματικές μεθόδους για τον υπολογισμό του ανώτερου ορίου (Κεφάλαιο 5). Η συμπερίληψη της περιβαλλοντικής ετερογένειας στη θεώρηση του φαινομένου, θεωρώ πως προσφέρει μια πλήρως νέα εικόνα για το φαινόμενο. Το SIE εμφανίζεται όπου και όταν η έκταση παύει να επηρεάζει τον αριθμό των ειδών είτε άμεσα είτε συνολικά. Από εκεί και πέρα, η περιβαλλοντική ετερογένεια είναι ο κύριος παράγοντας καθορισμού του αριθμού των ειδών. Η μαθηματική διαδικασία που προτείνουμε μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε και τις δυο συμπεριφορές του φαινομένου (κλασσικό και κρυπτικό). Η εκτεταμένη και πιο αναλυτική μελέτη του SIE αποτελεί έναν από τους άμεσους επιστημονικούς μου στόχους, μιας και θεωρώ πως ιδιαίτερα η συγκρότηση των πανίδων μέσα στα όρια του SIE θα μας αποκαλύψει πολλά για τους μηχανισμούς εγκαθίδρυσης της βιοποικιλότητας στις κλίμακες αυτές. Λέξεις κλειδιά: Αιγαίο, βιοποικιλότητα, περιβαλλοντική ετερογένεια, σχέση αριθμού ειδών και έκτασης, μοντέλο Χώρος, φαινόμενο του μικρού νησιού, χερσαία σαλιγκάρια, χερσαία ισόποδα.
Γλώσσα Ελληνικά
Ημερομηνία έκδοσης 2006-07-26
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών--Τμήμα Βιολογίας--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 102

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 36