Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Ανάπτυξη χημικών αισθητήρων και βιοαισθητήρων σε ετεροδομές και νανοδομές ΙΙΙ-νιτριδίων  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000353403
Τίτλος Ανάπτυξη χημικών αισθητήρων και βιοαισθητήρων σε ετεροδομές και νανοδομές ΙΙΙ-νιτριδίων
Άλλος τίτλος Development of chemical sensors and biosensors based on heterostructures and nanostrictures of III-nitrides
Συγγραφέας Σοφικίτη, Νικολέττα Γεωργίου
Σύμβουλος διατριβής Χανιωτάκης, Νικόλαος
Περίληψη Οι χημικοί αισθητήρες είναι σημαντικά όργανα ανάλυσης που χρησιμοποιούνται για τον ποσοτικό και ποιοτικό προσδιορισμό μεγάλης ποικιλίας αναλυτών. Τα όργανα αυτά υπερτερούν έναντι πολλών άλλων ενόργανων τεχνικών ανάλυσης, κυρίως εξαιτίας της ικανότητάς τους να παρέχουν πληροφορίες για τον αναλύτη συνεχώς και χωρίς να καταστρέφουν το προς ανάλυση δείγμα. Επιπλέον, λόγω του μικρού μεγέθους κατασκευής τους επιδέχονται εύκολα αυτοματοποίηση, για παράδειγμα εισαγωγή σε συστήματα συνεχούς ροής, με αποτέλεσμα τη δυνατότητα μέτρησης σε πραγματικό χρόνο (real-time monitoring). Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά διότι καθιστούν εφικτή τη χρήση των χημικών αισθητήρων σε αναλύσεις πεδίου (field analysis) ή στην παρακολούθηση ουσιών in vivo. Έτσι, οι χημικοί αισθητήρες βρίσκουν εφαρμογή σε αναλύσεις τροφίμων, νερού, βιοτεχνολογικές διεργασίες, καθώς και σε κλινικές, περιβαλλοντικές και βιομηχανικές αναλύσεις. Ωστόσο, το πεδίο εφαρμογών τους διευρύνεται ολοένα και περισσότερο, ενώ επίσης, το μερίδιο που καταλαμβάνουν στην αγορά αναλυτικών οργάνων αυξάνεται συνεχώς. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει τη μεγάλη τους σπουδαιότητα, αλλά και την έντονη ερευνητική δραστηριότητα που υπάρχει στο πεδίο. Η χρήση νέων υλικών για την ανάπτυξη χημικών αισθητήρων, είναι μια από τις τάσεις που επικρατούν στην έρευνα του πεδίου, με σκοπό όχι μόνο τη βελτίωση των χημικών αισθητήρων για τις ήδη υπάρχουσες εφαρμογές, αλλά και τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογών τους. Στο πλαίσιο αυτό, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μία σημαντική προσπάθεια για την ανάπτυξη χημικών αισθητήρων που να βασίζονται σε νέα ημιαγώγιμα υλικά. Οι ημιαγωγοί της ομάδας των ΙΙΙ-νιτριδίων χρησιμοποιούνται κυρίως για την ανάπτυξη ηλεκτρονικών διατάξεων υψηλής ισχύος και υψηλών συχνοτήτων, καθώς και στον τομέα της οπτοηλεκτρονικής, λόγω της ικανότητάς τους να εκπέμπουν φως με μικρό μήκος κύματος (μπλε - υπεριώδες). Τα τελευταία, όμως, χρόνια, εξαιτίας της εξαιρετικής χημικής αδράνειας, καθώς και της μηχανικής και θερμικής αντοχής που εμφανίζουν, η συγκεκριμένη οικογένεια ημιαγωγών έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται και για την ανάπτυξη χημικών αισθητήρων. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η μελέτη επίπεδων και νανοδομημένων κρυστάλλων ΙΙΙ-νιτριδίων για την ανάπτυξη χημικών αισθητήρων και βιοαισθητήρων. Πιο συγκεκριμένα, βασικός στόχος είναι η διεύρυνση της έρευνας και σε υλικά πέραν του πολικού κρυστάλλου +c-plane GaN που είναι ο πλέον μελετημένος από όλα τα ΙΙΙ-νιτρίδια, συμπεριλαμβάνοντας και άλλα μέλη της ομάδας (π.χ. το InN), καθώς και άλλες μη πολικές κρυσταλλικές κατευθύνσεις (π.χ. το a-plane GaN). Επιπλέον, για πρώτη φορά, πρόκειται να μελετηθεί η χρήση κρυσταλλικών νανοκολόνων ΙΙΙ-νιτριδίων, με σκοπό την ανάπτυξη χημικών αισθητήρων και βιοαισθητήρων. Πιο αναλυτικά, στην πρώτη ενότητα της παρούσας εργασίας πραγματοποιείται συγκριτική μελέτη της ποτενσιομετρικής απόκρισης ενός κρυστάλλου a-plane GaN, ενός +c-plane GaN και ενός +c-plane InN, σε διάφορα ανιόντα και στο pH. Από τα αποτελέσματα που λαμβάνονται διαπιστώνεται ότι η μειωμένη ηλεκτραρνητικότητα του ατόμου In, σε σχέση με αυτή του ατόμου Ga, βελτιώνει την ικανότητα απόκρισης των πολικών κρυστάλλων +c-plane IΙΙ-Ν, στα ανιόντα, ενώ αντίθετα η κρυσταλλική κατεύθυνση δεν την επηρεάζει σημαντικά. Έτσι, ο κρύσταλλος +c-plane InN εμφανίζει τη μεγαλύτερη ευαισθησία ως προς τα ανιόντα και επομένως υπερτερεί για τέτοιου είδους εφαρμογές, ενώ αντίθετα ο κρύσταλλος +c-plane GaN είναι καταλληλότερος για αισθητήρας pH. Όσον αφορά το μη πολικό κρύσταλλο a-plane GaN, αυτός επιδεικνύει μια ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς το διπολικό ανιόν MES, που πολύ πιθανόν να σχετίζεται με την παρουσία στην επιφάνειά του, τόσο ατόμων που λειτουργούν ως βάσεις κατά Lewis (Ga), όσο και ατόμων που λειτουργούν ως οξέα κατά Lewis (N). Επίσης, στην ίδια ενότητα εξετάζεται η δυνατότητα ακινητοποίησης του ενζύμου ουρεάση μέσω φυσικής προσρόφησης, στην επιφάνεια επίπεδων κρυστάλλων +c- και a-plane GaN, με σκοπό την ανάπτυξη ποτενσιομετρικού βιοαισθητήρα ουρίας. Από τη μελέτη αυτή διαπιστώνεται ότι η κρυσταλλική κατεύθυνση του υλικού δεν επηρεάζει την ευαισθησία και το χρόνο ζωής του τελικού βιοαισθητήρα. Στη δεύτερη ενότητα, εξετάζεται η ικανότητα ποτενσιομετρικής απόκρισης κρυσταλλικών νανοκολόνων GaN και InN, στα ιόντα και στο pH, καθώς και η σταθερότητά τους κάτω από ισχυρά όξινες συνθήκες. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι κρυσταλλικές νανοκολόνες εμφανίζουν παρόμοια ανιοντική απόκριση, όπως και οι αντίστοιχοι επίπεδοι κρύσταλλοι, αλλά με πολύ μικρότερη ευαισθησία. Ωστόσο, η ευαισθησία τους ως προς το pH είναι εξίσου υψηλή με αυτή των επίπεδων κρυστάλλων, παρότι, σε αντίθεση με αυτούς, οι ίδιες είναι ευάλωτες στη χημική διάβρωση σε ισχυρά όξινες συνθήκες. Το γεγονός αυτό καθιστά τις κρυσταλλικές νανοκολόνες ακατάλληλες για χρήση σε ακραίες συνθήκες pH, αλλά κατάλληλες για την ανάπτυξη βιοαισθητήρων, εφόσον σε αυτά τα συστήματα οι συνθήκες pH είναι συνήθως ήπιες. Έτσι, βάσει των αποτελεσμάτων αυτών πραγματοποιείται ανάπτυξη ποτενσιομετρικών βιοαισθητήρων ουρίας που βασίζονται, τόσο σε κρυσταλλικές νανοκολόνες GaN και InN, όσο και σε αντίστοιχους επίπεδους κρυστάλλους, για λόγους σύγκρισης. Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής δείχνουν ότι οι βιοαισθητήρες ουρίας που βασίζονται σε κρυσταλλικές νανοκολόνες εμφανίζουν βελτιωμένα χαρακτηριστικά και όσον αφορά την ευαισθησία, αλλά και όσον αφορά το χρόνο ζωής. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα της παρούσας εργασίας, εξετάζεται η δυνατότητα χρήσης κρυσταλλικών νανοκολόνων και επίπεδων κρυστάλλων GaN και InN, καθώς και κραμάτων της μορφής GaxIn1-xN, για την ανάπτυξη αμπερομετρικών βιοαισθητήρων. Πιο συγκεκριμένα, αρχικά εξετάζεται η ικανότητα παρακολούθησης της οξείδωσης Η2Ο2 στην επιφάνεια αυτών των κρυστάλλων, υπό συνήθεις συνθήκες λειτουργίας βιοαισθητήρων. Οι κρύσταλλοι που επιτυγχάνουν να λειτουργήσουν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες είναι αυτοί που έχουν μικρό ενεργειακό χάσμα, δηλαδή ο κρύσταλλος InN και InGaN, μικρής περιεκτικότητας σε Ga. Επίσης, διαπιστώνεται ότι οι κρυσταλλικές νανοκολόνες εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία, σε σχέση με τους αντίστοιχους επίπεδους κρυστάλλους. Στη συνέχεια, οι κρύσταλλοι αυτοί χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη αμπερομετρικών βιοαισθητήρων γλυκόζης, μέσω φυσικής προσρόφησης. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη αυτή είναι ότι οι κρυσταλλικές νανοκολόνες υπερτερούν έναντι των επίπεδων κρυστάλλων όχι μόνο όσον αφορά την ευαισθησία, αλλά και όσον αφορά το χρόνο ζωής του βιοαισθητήρα. Συνοψίζοντας, λοιπόν, τα αποτελέσματα της παρούσας εργασίας συμπεραίνεται ότι στην περίπτωση ποτενσιομετρικής ανίχνευσης ανιόντων και pH, η μεταβολή της ηλεκτραρνητικότητας του μεταλλικού ατόμου, καθώς και της κρυσταλλικής κατεύθυνσης, είναι δυνατόν να μεταβάλλουν την ευαισθησία του κρυστάλλου ΙΙΙ-Ν. Επίσης, συμπεραίνεται ότι οι κρυσταλλικές νανοκολόνες ΙΙΙ-νιτριδίων υπερτερούν έναντι των αντίστοιχων επίπεδων κρυστάλλων όσον αφορά την ανάπτυξη βιοαισθητήρων, παρότι είναι πιο ευάλωτες σε ισχυρά όξινες συνθήκες. Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στην ικανότητά τους να ακινητοποιούν μεγαλύτερη ποσότητα ενζύμου στην επιφάνειά τους, αλλά και να τη διατηρούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό πιθανόν να σχετίζεται με το ότι τα διάκενα μεταξύ των νανοκολόνων μπορούν να λειτουργήσουν ως νανοκοιλότητες (nanocavities) για το ακινητοποιημένο ένζυμο, εξασφαλίζοντάς του μεγαλύτερη σταθερότητα. Επιπλέον, όσον αφορά την περίπτωση των αμπερομετρικών βιοαισθητήρων, διαπιστώθηκε ότι οι κρυσταλλικές νανοκολόνες λειτουργούν ως καλύτεροι μεταλλάκτες σήματος, σε σχέση με τους αντίστοιχους επίπεδους κρυστάλλους. Μάλιστα, διαπιστώθηκε ότι μεταβάλλοντας τη σύσταση και τις διαστάσεις των κρυσταλλικών νανοκολόνων είναι δυνατόν να μεταβάλλεται ελεγχόμενα η αγωγιμότητά τους. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι οι κρυσταλλικές νανοκολόνες ΙΙΙ-νιτριδίων εμφανίζουν βελτιωμένες οπτικές ιδιότητες σε σχέση με τους αντίστοιχους επίπεδους κρυστάλλους, τις καθιστά ιδανικούς υποψήφιους για την ανάπτυξη νέων, εξελιγμένων και πιο σύνθετων βιοαισθητήρων.
Φυσική περιγραφή 141 σ. : εικ. (μερικές έγχρ.) ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Amperometric Glucose Biosensor
Chemical Sensor
GaN
III-nitride Semiconductors
InN
Nanocolumns
Nanostructures
Potentiometric Urea Biosensor
Solid State Ion Selective Electrodes (ISEs)
Αμπερομετρικός Βιοαισθητήρας Γλυκόζης
Επιλεκτικά Ηλεκτρόδια Ιόντων Στερεάς Κατάστασης
Ημιαγωγοί ΙΙΙ-νιτρίδια
Κρυσταλλικές Νανοκολόνες
Νανοδομές
Ποτενσιομετρικός Βιοαισθητήρας Ουρίας
Χημικός Αισθητήρας
Ημερομηνία έκδοσης 2009-12-11
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών--Τμήμα Χημείας--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 90

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 22