Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Βιομετρική μελέτη του μετακρανιακού υλικού των Πλειστοκαινικών ελαφιών της Κρήτης και της Καρπάθου  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000361146
Τίτλος Βιομετρική μελέτη του μετακρανιακού υλικού των Πλειστοκαινικών ελαφιών της Κρήτης και της Καρπάθου
Άλλος τίτλος Biometrical study of post-cranial deer material from the Late Pleistocene of Crete and Karpathos
Συγγραφέας Μανιάκας, Ιωάννης.
Σύμβουλος διατριβής Ηλιόπουλος, Γεώργιος
Περίληψη Κατά τη διάρκεια του Μέσου και Ανώτερου Πλειστόκαινου αναπτύχθηκε στην Κρήτη μια ενδημική πανίδα, η οποία συμπεριλάμβανε ποικίλες μορφές ελαφιών, μικρόσωμους ελέφαντες, νάνους ιπποπόταμους, γιγαντόσωμα ποντίκια, διάφορα εντομοφάγα, πολυάριθμα πτηνά και ερπετά, ενώ τα μεγάλα σαρκοφάγα σχεδόν απουσίαζαν. Η δημιουργία αυτής της μη ισορροπημένης και πτωχής πανίδας σχετίζεται με τις τεκτονικές διεργασίες που οδήγησαν στην τελική διαμόρφωση της Κρήτης στις αρχές του Πλειστόκαινου. Εξελίχθηκε μέσω μιας τυχαίας οδού διασποράς, καθώς λίγες ομάδες ζώων, ικανές να διασχίσουν τον ευρύ θαλάσσιο διάδρομο, υποβλήθηκαν σε γενετικές αλλαγές προσαρμοζόμενες στο απομονωμένο νησιωτικό περιβάλλον. Στην κρητική ενδημική θηλαστικοπανίδα, τα αρτιοδάκτυλα ήταν μακράν οι πιο επιτυχημένες μορφές στο Ανώτερο Πλειστόκαινο (0,03-0,01 εκ. χρόνια πριν). Απολιθώματά τους είναι γνωστά από τα τέλη του 19ου αιώνα και έως σήμερα διαφορετικές ταξινομικές μονάδες έχουν περιγραφεί βάσει της μορφολογίας των οδόντων, των κεράτων, του κρανιακού και μετακρανιακού σκελετού των ευρημάτων. Γενικά, τα κρητικά ελάφια εμφάνιζαν μεγάλη ποικιλία μεγεθών και μορφής καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο δυνατό εύρος ενδιαιτημάτων. Εντούτοις, ο ισχυρός ενδημισμός, η σημαντικά μεγαλύτερη ποικιλότητα σε σχέση με τα ηπειρωτικά είδη, αλλά και η απουσία βιοστρωματογραφικών δεδομένων καθιστούν τη συστηματική τους μάλλον προβληματική. Το σύνολο των διαφορετικών τάξων μπορεί να ανήκε σε ένα μοναδικό γένος, στη βάση της μονοφυλετικής καταγωγής και την ακτινωτής εξέλιξης ή ακόμη και σε περισσότερα, υποδηλώνοντας μία ανεξάρτητη καταγωγή. Στη γειτονική Κάρπαθο αναφέρονται επίσης ενδημικά πλειστοκαινικά ελαφοειδή από τον Kuss (1975). Ένα μικρό είδος περιγράφηκε ως Candiacervus cerigensis, ενώ το μεγαλύτερο C. Pigadiensis αναγνωρίστηκε από τη διαφορετική μορφολογία των κεράτων του και έναν ολότυπο κνήμης. Στην παρούσα μελέτη επιχειρήθηκε πρωτογενώς η βιομετρική ανάλυση των διαφορετικών μεγεθών και της μορφολογίας των κρητικών ελαφιών και η σύγκρισή τους με τα εκείνα της Καρπάθου. Η πλειονότητα του υλικού μελέτης προέρχεται από την ανασκαφική δραστηριότητα του γερμανού καθηγητή Παλαιοντολογίας S.Ε. Kuss κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και 1970 στα δύο νησιά. Αρχικά 7 φυλασσόταν στις εγκαταστάσεις του Κρατικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της Καρλσρούης (Γερμανία) και σήμερα αποτελεί μέρος της παλαιοντολογικής συλλογής του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης. Ορισμένα δείγματα (σπήλαια Λικοτιναρά, Simonelli) ανήκουν στη συλλογή του μουσείου Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στα οστά του σκελετού των άκρων, και συγκεκριμένα του στυλοποδίου (βραχιόνιο, μηριαίο), ζυγοποδίου (κερκίδα-ωλέκρανο, κνήμη) και των μεταποδίων προσδιορίστηκαν ποικίλοι σκελετικοί χαρακτήρες με τη βοήθεια ψηφιακού παχύμετρου στο πλησιέστερο 0,01 mm. Στην ανάλυση αξιοποιήθηκαν μόνο τα βιομετρικά δεδομένα από ενήλικα οστά (όπως υποδεικνύεται από την πλήρη σύνδεση των επιφύσεων και διαφύσεων). Οι δύο μικρότερες κλάσεις μεγέθους (1-2) κατά κύριο λόγο και σε μικρότερο βαθμό ο μέσου μεγέθους μορφότυπος (3) της ανάλυσης του De Vos (1979) αναγνωρίστηκαν στο υλικό από τις κρητικές θέσεις, όπως αποτυπώνεται στα διαγράμματα διασποράς. Οι περισσότερο τυπικές μορφές είναι τα μικρόσωμα είδη, τα οποία χαρακτηρίζονται από ευρεία διάδοση και μεγάλη αφθονία, ενώ οι μεγαλύτερες μορφές είναι εξαιρετικά σπάνιες. Εμφάνιζαν περισσότερο κοντά και εύρωστα άκρα σε σχέση με τα ηπειρωτικά ελαφοειδή, ενώ η χαρακτηριστική βράχυνση των μεταποδίων τους δεικνύει ότι κατείχαν μία παρόμοια οικοθέση με εκείνη του σύγχρονου Capra aegagrus cretensis. Τα μάλλον συγγενικά είδη ελαφιών πιθανόν προέκυψαν με γραμμική εξέλιξη του ενός από του άλλου από κοινό πρόγονο. Αυτός ήταν κάποιο μεγάκερο είδος της ηπειρωτικής Ελλάδος, το οποίο εισέβαλλε στην Κρήτη στις αρχές του Μέσου Πλειστόκαινου. Από την άλλη, η εξελικτική ιστορία των μεγαλύτερων μορφών δεν είναι καλά γνωστή. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι προήλθαν από ένα διαφορετικό εκπρόσωπο της οικογένειας Cervidae, η άφιξη του οποίου ακολούθησε εκείνη του προγόνου των μικρότερων ελαφιών. Επιπροσθέτως, η πολυμεταβλητή Ανάλυση Κύριων Συνιστωσών (PCA) έδωσε μία ξεκάθαρη διάκριση του μετακρανιακού υλικού των δύο νησιών. Τα ενδημικά ελαφοειδή της Καρπάθου συγκροτούν δύο κλάσεις μεγέθους, που εμφανίζουν μετρική σύμπτωση σε ορισμένες διαστάσεις τους με τα μικρόσωμα κρητικά ελάφια, ωστόσο παρουσιάζουν ιδιαίτερα ανατομικά γνωρίσματα, κατάσταση που αναιρεί την άμεση συσχέτισή τους και επομένως ο αρχικός καθορισμός του γένους τους τίθεται υπό αμφισβήτηση. Επιπλέον, προτείνεται η ύπαρξη δύο διαφορετικών ειδών, ο πρόγονός των οποίων πρέπει να αναζητηθεί και παλαιογεωγραφικά, σε είδη του ασιατικού χώρου, ενδεχομένως του γένους Dama.
Φυσική περιγραφή 331σ. : εικ., χάρτ., πίν. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Ελάφια
Μετακρανιακό
Πλειστόκαινο
Ημερομηνία έκδοσης 2010-11-19
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών--Τμήμα Βιολογίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
  Τύπος Εργασίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
Εμφανίσεις 137

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 24