Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Μελέτη της επίπτωσης της λοίμωξης από αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV) στα βρέφη, συσχετισμός της βαρύτητας των κλινικών εκδηλώσεων με γενετικούς πολυμορφισμούς του υποδοχέα CX3CR1  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000348324
Τίτλος Μελέτη της επίπτωσης της λοίμωξης από αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV) στα βρέφη, συσχετισμός της βαρύτητας των κλινικών εκδηλώσεων με γενετικούς πολυμορφισμούς του υποδοχέα CX3CR1
Συγγραφέας Αμανατίδου, Βιργινία Σ
Σύμβουλος διατριβής Σπαντίδος, Δημήτριος
Μέλος κριτικής επιτροπής Σουρβίνος, Γεώργιος
Γαλανάκης, Εμμανουήλ
Περίληψη Ο RSV αναγνωρίζεται σήμερα παγκοσμίως, ως ο σπουδαιότερος παθογόνος παράγοντας σοβαρής οξείας νόσου του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, σε βρέφη και μικρά παιδιά. Η αρχική εντόπιση της λοίμωξης είναι το επιθήλιο του ρινοφάρυγγα και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η συμπτωματολογία περιορίζεται σε εκδηλώσεις ρινίτιδας, ενώ στο 40% μολυσμένων βρεφών ο ιός εξαπλώνεται στις κατώτερες αεροφόρες οδούς με αποτέλεσμα την εκδήλωση οξείας βρογχιολίτιδος με συρρίτουσα αναπνοή, ταχύπνοια καθώς και άπνοιες στα πρόωρα νεογνά και μικρά βρέφη. Αρχικό στόχο της μελέτης μας αποτέλεσε η καταγραφή της επίπτωσης της βρογχιολίτιδας από RSV, σε περιόδους επιδημικής έξαρσης της νόσου, σε παιδιά της Κρήτης έως 24 μηνών. Κατά τη διάρκεια του μελετούμενου έτους (Σεπτέμβριος 2004 έως Αύγουστος 2005), 153 παιδιά νοσηλεύτηκαν με συμπτωματολογία βρογχιολίτιδας. Ογδόντα οκτώ περιπτώσεις είχαν ως αίτιο τον RSV (μέση ηλικία, 5.2±0.5 μήνες, λόγος αγοριών/κοριτσιών, 1.1:1) και 82 από αυτές περιλάμβαναν τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη. Η επιδημική έξαρση του ιού κατά το έτος μελέτης εμφανίστηκε στα μέσα Φεβρουαρίου με αρχές Μαΐου όπου καταμετρήθηκε το 75% των νοσηλευόμενων περιπτώσεων. Ο RSV είναι ιός RNA που ανήκει στο γένος των πνευμονοϊών της οικογένειας των παραμυξοϊών. Οι επιφανειακές γλυκοπρωτεΐνες F (fusion) και G (attachment) αποτελούν τους κύριους αντιγονικούς παράγοντες που επάγουν την ανοσιακή απάντηση του ξενιστή. Παρόλο που, προς το παρόν, οι ακριβείς μηχανισμοί παθογένειας της βρογχιολίτιδας από RSV δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως και αποτελούν πεδίο έντονης ερευνητικής δραστηριότητας, βιβλιογραφικά δεδομένα υποστηρίζουν τον καθοριστικό ρόλο της ανοσολογικής απάντησης του ξενιστή στην παθογένεια και την κλινική έκφραση της RSV λοίμωξης. Όπως είναι ήδη γνωστό, η ανοσολογική απάντηση στην RSV λοίμωξη χαρακτηρίζεται από μαζική φλεγμονώδη διήθηση με ουδετερόφιλα, μονοκύτταρα, ηωσινόφιλα και φυσικά κύτταρα φονείς στο αναπνευστικό επιθήλιο. Υπεύθυνoι για την κινητοποίηση, τη συσσώρευση και τη διήθησή των φλεγμονωδών κυττάρων (κυρίως ουδετεροφίλων) στο σημείο της φλεγμονής θεωρούνται προφλεγμονώδεις διαμεσολαβητές (κυτοκίνες-χημοκίνες), οι οποίοι εκκρίνονται σε αυξημένα ποσά από τα μολυσμένα επιθηλιακά κύτταρα και τα μακροφάγα του αναπνευστικού συστήματος. Μελέτες σε ανθρώπους και ζωικά μοντέλα, συσχετίζουν την ευρεία κλίμακα βαρύτητας της RSV λοίμωξης με αυτό το ξεχωριστό μοτίβο των εκκρινόμενων κυτοκινών-χημοκινών. Oι χημοκίνες είναι μια οικογένεια χαμηλού μοριακού βάρους προφλεγμονωδών πρωτεϊνών (κυτοκινών) που δρουν χημειοτακτικά σε κύτταρα που εκφράζουν ειδικούς υποδοχείς, παίζοντας ρυθμιστικό ρόλο στη διαδικασία της φλεγμονής. Οι χημειοκίνες συντονίζουν την ανοσιακή απάντηση, κατευθύνοντας την προσέλκυση και μετανάστευση των λευκοκυττάρων στην περιοχή της φλεγμονής Αποτελούν μια συνεχώς επεκτεινόμενη οικογένεια περίπου 50 χημειοτακτικών πρωτεϊνών και 20 υποδοχέων που κατατάσσονται σε τέσσερις υπο-οικογένειες. Οι χημοκίνες μεσολαβούν σε όλες τις φλεγμονώδεις διεργασίες και παίζουν σημαντικό ρόλο στην παθογένεια ενός μεγάλου αριθμού φλεγμονωδών και ανοσομεσολαβητικών νοσημάτων όπως η βρογχιολίτιδα. Ένας μεγάλος αριθμός χημειοκινών έχει αναγνωριστεί στο αίμα και τις ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις ασθενών με RSV λοίμωξη, όπως η RANTES (CCL5), η MCP1 (CCL2), η IL8, αλλά και η πιο πρόσφατα ανακαλυφθείσα Fractalkine (CX3CL ή FΚΝ). Η fractalkine (FKN) είναι το μοναδικό έως σήμερα γνωστό μέλος της οικογένειας των CX3C χημοκινών. Έχει τη μοναδική ιδιότητα να εμφανίζεται σε διαμεμβρανική και διαλυτή μορφή. Η διαμεμβρανική μορφή δρά ως μόριο προσκόλλησης, ενώ η διαλυτή FKN αποτελεί έναν ισχυρό χημειοτακτικό παράγοντα για τα λευκοκύτταρα που φέρουν στην επιφάνειά τους τον υποδοχέα της, CX3CR1 (μονοκύτταρα, Τ λεμφοκύτταρα, και ΝΚ κύτταρα). Ο υποδοχέας της FKN (CX3CR1) αποτελείται από επτά διαμεμβρανικές περιοχές και έχει υψηλή συγγένεια για την FKN. Η αλληλεπίδραση χημοκίνης/υποδοχέα ενεργοποιεί παθογενετικούς μηχανισμούς που οδηγούν στην μετανάστευση και προσκόλληση ανοσολογικών κυττάρων. Η FΚΝ έχει εμπλακεί στην παθογένεια της RSV λοίμωξης με ένα χαρακτηριστικό και ιδιαίτερο για την ίωση τρόπο. Μελέτες σε ζωικά μοντέλα καταδεικνύουν ότι η γλυκοπρωτεΐνη G του RSV περιέχει δομικά ένα μοτίβο CX3C με θέσεις αμινοξέων από 182 έως 186 στην κεντρική περιοχή, που της επιτρέπει να μιμείται λειτουργικά την FKN και να δεσμεύεται από τον υποδοχέα της CX3CR1. Η αλληλεπίδραση γλυκοπρωτεΐνης G CX3C-CX3CR1 φαίνεται να έχει τουλάχιστον δύο σημαντικούς ρόλους στην παθογένεια της νόσου: διευκολύνει τη λοίμωξη και τροποποιεί την ανοσιακή απάντηση του ξενιστή μέσω μείωσης της ενεργοποίησης και της μετανάστευσης των CX3CR1+ λευκοκυττάρων (Τh1-λεμφοκύτταρα, τα ΝΚ λεμφοκύτταρα, οι νευρώνες και η μικρογλοία) που τελικά οδηγεί σε λιγότερο αποδοτική αντι-ιική ανοσολογική απάντηση. Η σύνδεση της γλυκοπρωτεΐνης G με τον CX3CR1 υποδοχέα που εκφράζεται σε νευρώνες και μικρογλοία, οδηγεί επίσης στην απελευθέρωση νευρωνικών προϊόντων, όπως ο παράγοντας P, που έχει συνδεθεί με διεργασίες που οδηγούν σε αλλαγή της αναπνευστικής συχνότητας (άπνοιες) αλλά και με την υπερπαραγωγή βλέννης, το οίδημα και τη σύσπαση των λείων μυϊκών ινών, φλεγμονώδεις διεργασίες υπεύθυνες για πολλές από τις κλινικές εκδηλώσεις της σοβαρής νόσου από RSV. Πρόσφατα έχουν αναγνωρισθεί γενετικοί πολυμορφισμοί στο γονίδιο του υποδοχέα της FKN, οι οποίοι έχουν συσχετισθεί με μειωμένο βαθμό έκφρασης του υποδοχέα και με ελαττωμένη συγγένεια χημειοκίνης-υποδοχέα. Βασιζόμενοι στον καλά τεκμηριωμένο κυρίαρχο ρόλο της αλληλεπίδρασης G-γλυκοπρωτεΐνης-CX3CR1 στην παθογένεση της RSV νόσου, και στις λειτουργικές συνέπειες της γενετικής ποικιλότητας του υποδοχέα, διατυπώσαμε την υπόθεση ότι δύο μονονουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί στον υποδοχέα της FKN: T280M και V249I οι οποίοι μειώνουν την ικανότητα δέσμευσης της FKN, θα επηρεάσουν επίσης την αλληλεπίδραση γλυκοπρωτεΐνης G-CX3CR1 και τις ανοσιακές διεργασίες που επάγονται από αυτήν, με τελική επίδραση στις κλινικές εκδηλώσεις της νόσου από RSV. Μελετήσαμε τη συχνότητα των δύο πολυμορφισμών σε 82 ασθενείς νοσηλευόμενους λόγω RSV βρογχιολίτιδας και 120 υγιείς μάρτυρες παρόμοιου φύλου, με ελεύθερο ατομικό αναμνηστικό, όσον αφορά στις λοιμώξεις του κατωτέρου αναπνευστικού συστήματος. Συνθέσαμε απλότυπους και συνδυασμένους γονότυπους. Διαπιστώσαμε μεγαλύτερη συχνότητα των γονοτύπων που περιείχαν το 280M αλληλόμορφο γονίδιο σε ομόζυγη ή ετερόζυγη μορφή στην ομάδα των ασθενών σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (ποιλίκο διαγώνιων γινομένων (OR)=2.0, διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI): 1.1-3.9, p=0.025). Οι φορείς του 280M αλληλομόρφου ήταν σημαντικά συχνότεροι στους ασθενείς σε σχέση με την ομάδα ελέγχου με διπλάσια πιθανότητα να νοσηλευθούν για σοβαρή RSV βρογχιολίτιδα σε σύγκριση με εκείνους με τον T/T γονότυπο. Επίσης, καταδείξαμε ότι τα αποτελέσματά μας διατήρησαν τη σημαντικότητά τους όταν ο υπό μελέτη πληθυσμός περιορίστηκε στις πιο σοβαρές περιπτώσεις RSV βρογχιολίτιδας, όπως αυτές εκτιμήθηκαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Τα αποτελέσματά μας υποστηρίζουν τον καθοριστικό ρόλο του CX3CR1 στην RSV λοίμωξη και είναι συμβατά με προηγούμενες μελέτες που προτείνουν ότι ο πολυμορφισμός T280M προκαλεί λειτουργικές ανωμαλίες στην CX3CR1 πρωτεΐνη. Όπως προαναφέραμε, η σοβαρή RSV λοίμωξη χαρακτηρίζεται από αυξημένη δραστηριότητα χημοκινών. Σε δεύτερη φάση, μελετήσαμε μία CC χημοκίνη, τη χημοκίνη RANTES, της οποίας η αυξημένη έκφραση κατά τη διάρκεια της RSV βρογχιολίτιδας έχει ήδη συσχετιστεί από προηγούμενες μελέτες με σοβαρή RSV νόσο. Τρείς μονονουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί, στο γονίδιο της RANTES -28C/G, -403G/A και In1.1T/C, έχουν συσχετιστεί με τη μεταγραφική δραστηριότητα του γονιδίου. Στο δεύτερο μέρος της παρούσας μελέτης, ερευνήσαμε την πιθανή συσχέτιση της γενετικής ποικιλομορφίας του γονιδίου της RANTES με την κλινική βαρύτητα της RSV λοίμωξης. Μελετήσαμε τη συχνότητα των τριών πολυμορφισμών σε 106 νοσηλευόμενους ασθενείς λόγω RSV βρογχιολίτιδας και 120 υγιείς μάρτυρες παρόμοιου φύλου, με ελεύθερο ατομικό αναμνηστικό, όσον αφορά στις λοιμώξεις του κατωτέρου αναπνευστικού συστήματος. Καμία συσχέτιση δεν διαπιστώθηκε μεταξύ του πολυμορφισμού -28C/G και σοβαρής RSV βρογχιολίτιδας. Η παραπάνω παρατήρηση κυρίως οφείλεται στην εξαιρετικά χαμηλή συχνότητα του πολυμορφισμού στο υπό μελέτη πληθυσμό. Καμία στατιστικά σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ της ομάδας ασθενών και της ομάδας ελέγχου όσον αφορά στις συχνότητες γονοτύπων και συχνότητες αλληλόμορφων γονιδίων των πολυμορφισμών In.1.1T/C και -403G/A. Εντούτοις, ο συνδυασμένος γονότυπος -28C/C- 403G/AΙn1.1T/T ήταν στατιστικά σημαντικά συχνότερος στην ομάδα ασθενών σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν μια συσχέτιση μεταξύ ενός κοινού γονοτύπου του γονιδίου της RANTES με τη βαριάς μορφής RSV βρογχιολίτιδα. Αυτή η παρατήρηση υποστηρίζει σύγχρονα βιβλιογραφικά δεδομένα που θέλουν την RANTES σημαντικό μεσολαβητή της RSV λοίμωξης. Συμπερασματικά, διαπιστώσαμε ότι η αλληλεπίδραση του μοτίβου CX3C της γλυκοπρωτεΐνης G και του μεταλλαγμένου υποδοχέα (CX3CR1-Μ280) της FKN οδηγεί σε δυσλειτουργικές βιοχημικές διεργασίες με τελική κατάληξη τη διευκόλυνση της RSV λοίμωξης και την εμφάνιση σοβαρής RSV βρογχιολίτιδας. Επίσης, τα αποτελέσματα της έρευνάς μας καταδεικνύουν μία συσχέτιση μεταξύ του κοινού γονότυπου του γονιδίου της RANTES και της βαριάς RSV λοίμωξης, επιβεβαιώνοντας τον καθοριστικό μεσολαβητικό ρόλο της χημοκίνης RANTES στην παθογένεια της νόσου. Τα αποτελέσματα της μελέτης μας συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση των προστατευτικών μηχανισμών που συνδέονται με την RSV λοίμωξη. Η κατανόηση των μηχανισμών αυτών είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη ασφαλών και αποτελεσματικών εμβολίων και θεραπειών για την επαρκέστερη αντιμετώπιση της νόσου.
Φυσική περιγραφή 114 σ. : πιν. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Infant
Respiratory Syncytial Viruses
Respirovirus Infections diagnosis
Ημερομηνία έκδοσης 2008-04-03
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 128

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 11