Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Χαρακτηριστικά των δηκτικών τραυματικών κακώσεων και προσδιορισμός της ηλικίας των τραυματικών κακώσεων στα ζώα  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου uch.med.phd//2003psaroudakis
Τίτλος Χαρακτηριστικά των δηκτικών τραυματικών κακώσεων και προσδιορισμός της ηλικίας των τραυματικών κακώσεων στα ζώα
Συγγραφέας Ψαρουδάκης, Κωνσταντίνος Ι
Περίληψη Διερευνούνται οι δηκτικές κακώσεις που προκλήθηκαν από σαρκοφάγα ζώα («ζώα δράστες») και συγκεκριμένα από σκύλους, σε αιγοπροβατοειδή («ζώα θύματα»). Οι βασικοί στόχοι της εργασίας αυτής ήταν τόσον η διερεύνηση των δηκτικών τραυμάτων από κτηνιατροδικαστική άποψη, όσον και η προσπάθεια εντοπισμού των «ζώων δραστών», από την μελέτη των δηκτικών κακώσεων που αυτά προκαλούν. Το πειραματικό τμήμα της παρούσας εργασίας, δεν είχε την έννοια και τη μεθοδολογία της εργαστηριακής αναπαραγωγής δηκτικών κακώσεων. Βασικός του στόχος ήταν η ανεύρεση, η καταγραφή και η επεξεργασία στοιχείων από δηκτικές κακώσεις, που προκλήθηκαν σε φυσικό περιβάλλον, χωρίς δική μας παρέμβαση. Συνολικά εξετάστηκαν 3.992 παραγωγικά «ζώα – θύματα», και συγκεκριμένα 591 αιγοειδή, 3.206 προβατοειδή, 47 κουνέλια και 148 ορνιθοειδή. Όλα τα ζώα που εξετάστηκαν, είχαν υποστεί δηκτικές τραυματικές κακώσεις, οι οποίες είχαν προκαλέσει θάνατο ή διάφορης βαρύτητας τραυματισμό. Γιαυτό διαχωρίστηκαν σε 2 ομάδες, την ομάδα των νεκρών και την ομάδα των τραυματισμένων ζώων. Τα ζώα κάθε ομάδας εξετάστηκαν με τον ίδιο μεθοδολογικά τρόπο και στη συνέχεια διαχωρίστηκαν σε μικρότερες υποομάδες, ανάλογα με το είδος, την ηλικία το φύλο και τη σωματική τους διάπλαση. Μελετήθηκε ο αριθμός, το σχήμα, το βάθος, το είδος, οι θέσεις και η σοβαρότητα των δηκτικών κακώσεων που είχαν προκληθεί. Έτσι προέκυψε η συχνότητα πρόκλησης δηκτικών κακώσεων στις διάφορες περιοχές του σώματος των «ζώων θυμάτων». Στα τραυματισμένα ζώα, εφαρμόστηκε θεραπευτική αγωγή. Επίσης εξετάστηκαν 225 «σκύλοι δράστες», που είχαν συλληφθεί επαυτοφόρω στον τόπο της ζημιάς. Καταγράφηκαν η φυλή, το φύλο και τα σωματομετρικά τους χαρακτηριστικά, τα οποία συγκρίθηκαν τόσο με τα σωματομετρικά χαρακτηριστικά των «ζώων θυμάτων», όσον και με τα χαρακτηριστικά των δηκτικών κακώσεων που αυτοί προκάλεσαν. Ο προσδιορισμός της ηλικίας των τραυματικών κακώσεων, καθώς και η διάκριση των προθανάτιων από τα μεταθανάτια τραύματα, τόσο στον άνθρωπο όσο και στα ζώα, συνιστά ένα μεγάλο και σοβαρό ιατροδικαστικό πρόβλημα μέχρι και σήμερα. Πρώτος ο Cohnheim το 1867 διερεύνησε αυτό το θέμα, βασίζοντας τις έρευνες του σε παρατηρήσεις πάνω στην εξέλιξη της επούλωσης των τραυμάτων. Πράγματι κατά τη διάρκεια της επούλωσης ενός τραύματος γίνονται σοβαρές ιστολογικές και ενζυμικές διεργασίες, εμφανείς μικροσκοπικά και ιστοχημικά, βάση των οποίων μπορεί να καθοριστεί η ηλικία του τραύματος. Στη συνέχεια οι ερευνητές που ασχολήθηκαν με τον υπολογισμό της ηλικίας των τραυμάτων χρησιμοποίησαν διάφορες ιστολογικές, ιστοχημικές, βιοχημικές και ανοσοιστοχημικές μεθόδους, για να φτάσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι ιστοχημικές μέθοδοι προσδιορισμού των δερματικών τραυμάτων στηρίζονται όπως προαναφέραμε στον προσδιορισμό των μεταβολών των ενζυμικών αντιδράσεων της τραυματικής περιοχής. Οι βιοχημικές μέθοδοι προσδιορίζουν τις τιμές της ισταμίνης και της σεροτονίνης, οι ιστολογικές καταγράφουν την εμφάνιση διάφορων κυτταρικών στοιχείων στην τραυματική περιοχή (ουδετερόφiλα, μακροφάγα, λεμφοκύτταρα, ινοβλάστες, κλπ) και τέλος οι ανοσοιστοχημικές μέθοδοι στηρίζονται στον προσδιορισμό των fibronectine, tenascin, collagen type I, III, V, VI. Χρησιμοποιήθηκαν 80 κουνέλια φυλής Νέας Ζηλανδίας, 50 θηλυκά και 30 αρσενικά, ηλικίας 1-42 μηνών. Έγιναν τραύματα μετά από τοπική αναισθησία, μήκους 1.0 – 2.0 cm και βάθους ίσου με το πάχος του δέρματος. Η λήψη των δειγμάτων (ιστοτεμαχίων), γινόταν κάτω από συνθήκες γενικής αναισθησίας ή μετά από ευθανασία των πειραματόζωων. Εξετάστηκαν 505 δείγματα από δερματικά τραύματα. Από αυτά 410 ανήκαν σε προθανάτια και 95 σε μεταθανάτια δερματικά τραύματα. Στα 410 προθανάτια τραύματα, το χρονικό διάστημα από την πρόκληση των τραυμάτων ως τη λήψη των δειγμάτων κυμαινόταν από 0.5 έως 144 ώρες (0.5, 1, 1.5, 2. 2.5, 3, 3.5, 4, 6, 12, 20, 24, 32, 48, 72, 96, 120, 144 ώρες). Τα 95 μεταθανάτια τραύματα, γινόταν, 0.5 έως 4 ώρες μετά τον θάνατο των πειραματόζωων ( 0.5, 1, 2, 3, 4, ώρες). Στα μεταθανάτια τραύματα επίσης, το χρονικό διάστημα από την πρόκληση των τραυμάτων, ως τη λήψη των δειγμάτων, κυμαινόταν από 1 έως 32 ώρες.( 1, 2, 3, 3.5, 12, 20, 24, 32 ώρες). Τα δείγματα χωρίστηκαν σε 3 ομάδες. Η πρώτη ομάδα περιλάμβανε 360 προθανάτια δερματικά τραύματα, από τα οποία τα δείγματα παραλήφθηκαν αμέσως μετά την ευθανασία (ή την αναισθησία) των αντίστοιχων πειραματόζωων. Η δεύτερη ομάδα περιλάμβανε 50 προθανάτια δερματικά τραύματα, από τα οποία τα δείγματα παραλήφθηκαν, 6 έως 72 ώρες, μετά την ευθανασία (ή την αναισθησία), των αντίστοιχων πειραματόζωων. Η τρίτη ομάδα περιλάμβανε 95 μεταθανάτια δερματικά τραύματα, τραύματα δηλαδή που προκλήθηκαν μετά τον θάνατο των αντίστοιχων πειραματόζωων. Τα δείγματα αμέσως μετά τη λήψη τους βυθιζόταν σε υγρό άζωτο για μονιμοποίηση. Στη συνέχεια γινόταν τομές σε ψυκτικό μικροτόμο, σε θερμοκρασία -20 βαθμούς Κελσίου, πάχους περίπου 10 μικρόμετρα (μm) και αμέσως μετά πραγματοποιούταν ιστοχημικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της αλκαλικής φωσφατάσης, των μη ειδικών εστερασών και της ΑΤΡ-ασης. Στα δείγματα γινόταν και χρώση αιματοξυλίνης-εωσίνης. Οι μάρτυρες ήταν ιστοί από την τραυματική περιοχή, οι οποίοι επωάστηκαν χωρίς υπόστρωμα. Πραγματοποιήθηκε ιστοχημικός προσδιορισμός της αλκαλικής φωσφατάσης σε 300 προθανάτια τραύματα χρησιμοποιώντας την μέθοδο azo dye coupling (μέθοδος της αζοβαφής). Αντιδραστήρια : Sodium a-naphthyl phosphate 10 mg, ρυθμιστικό διάλυμα Tris 0.1M (stock solution), pH 10.0 10 ml, διαζωνικό άλας, fast red TR 10 mg. Το τελικό pH του υποστρώματος ρυθμίζεται στο pH=9.2. Ακολουθεί επώαση σε θερμοκρασία δωματίου για 10-60 λεπτά, πλύσιμο σε απεσταγμένο νερό, αντίχρωση με 2% πράσινο του μεθυλενίου. Πλύσιμο σε νερό βρύσης, τοποθέτηση γλυκερίνης και επικάλυψη. Η ενζυμική δραστηριότητα της αλκαλικής φωσφατάσης χρωματίζεται κόκκινο-κοκκικοκαφέ και οι πυρήνες των κυττάρων πράσινοι. Πραγματοποιήθηκε ιστοχημικός προσδιορισμός των μη ειδικών εστερασών σε 250 προθανάτια τραύματα, χρησιμοποιώντας την μέθοδο Naclas and Selingman τροποποιημένη από τον Pearse. Αντιδραστήρια : Sodium a-naphthyl acetate 10 mg, ακετόνη 0.25 ml, φωσφορικό ρυθμιστικό διάλυμα 0.1M (stock solution), pH=7.4, 10ml, διαζωνικό άλας, fast blue B salt 50 mg. Επώαση σε θερμοκρασία δωματίου για 5 λεπτά και πλύσιμο με απεσταγμένο νερό για 5 λεπτά, τοποθέτηση γλυκερίνης και επικάλυψη. Η ενζυμική δραστηριότητα των μη ειδικών εστερασών χρωματίζεται καφέ-κόκκινο. Πραγματοποιήθηκε ιστοχημικός προσδιορισμός της ΑΤΡάσης σε 200 προθανάτια τραύματα, χρησιμοποιώντας την μέθοδο Wachstein και Meisel τροποποιημένη από τον Pearse. Αντιδραστήρια : ATP δινατριούχο άλας 2 mg, ρυθμιστικό διάλυμα Tris 0.2M, pH=7.2, 0.4 ml, διάλυμα νιτρικού μολύβδου 2 %, 0.1 ml διάλυμα θεϊκού μαγνησίου 2 % 0.1 ml, απεσταγμένο νερό 0.5 ml και 2,4-δινιτροφαινόλη 1.5 mg. Ακολουθεί επώαση στους 37οC για 60 λεπτά, πλύσιμο με απεσταγμένο νερό, βύθιση σε 1 % θειούχο αμμώνιο για 1 λεπτό, πλύσιμο σε νερό βρύσης, τοποθέτηση γλυκερίνης και επικάλυψη. Η ενζυμική δραστηριότητα της ATPάσης χρωματίζεται καφέ-μαύρες εναποθέσεις.Ο προσδιορισμός της ενζυμικής δραστηριότητας της αλκαλικής φωσφατάσης, των μη ειδικών εστερασών και της ΑΤΡ-ασης στα μεταθανάτια τραύματα, γινόταν με την ίδια μεθοδολογία, όπως των αντίστοιχων προθανάτιων. Προθανάτια τραύματα Εξετάστηκαν ιστοχημικά δείγματα από 410 (360+50) προθανάτια δερματικά τραύματα. Αλκαλική φωσφατάση Αύξηση της ενζυμικής δραστηριότητας της αλκαλικής φωσφατάσης παρατηρήθηκε περίπου 3.5 ώρες μετά το τραυματισμό ενώ η μέγιστη ένταση της εμφανίστηκε στις 32 ώρες. Ποσοστό 2 % του συνόλου των εξετασθέντων δειγμάτων δεν έδωσε θετική αντίδραση. Στο φυσιολογικό (μη τραυματισμένο) δέρμα, η επιδερμίδα δεν χρωματίζεται με την μέθοδο αυτή, σε αντίθεση με τα προσαρτήματα του δέρματος, τα αγγειακά τοιχώματα και οι ινοβλάστες που χρωματίζονται. Μη ειδικές εστεράσες Αύξηση της ενζυμικής δραστηριότητας των μη ειδικών εστερασών παρατηρήθηκε περίπου 1.0 ώρα μετά το τραυματισμό ενώ η μέγιστη ένταση της εμφανίστηκε στις 24 ώρες. Ποσοστό 1.2 % του συνόλου των εξετασθέντων δειγμάτων δεν έδωσε θετική αντίδραση. Στο φυσιολογικό (μη τραυματισμένο) δέρμα εμφανίζεται έντονος χρωματισμός μεταξύ της κοκκιώδους και κερατοειδούς στοιβάδας. Επίσης οι θήκες των τριχών και οι ινωβλάστες του δέρματος χρωματίζονται έντονα. ATPάση Αύξηση της ενζυμικής δραστηριότητας της ATPάσης παρατηρήθηκε περίπου 2.0 ώρες μετά το τραυματισμό ενώ η μέγιστη τιμή της εμφανίστηκε στις 20 ώρες. Ποσοστό 1.5 % του συνόλου των εξετασθέντων δειγμάτων δεν έδωσε θετική αντίδραση . Στο φυσιολογικό (μη τραυματισμένο) δέρμα δεν χρωματίζεται η κερατοειδής στοιβάδα. Μέσου βαθμού χρωματισμού παρουσιάζουν η κοκκιώδης και η βασική στοιβάδα. Τα προσαρτήματα του δέρματος, τα αγγειακά τοιχώματα, οι μύες των τριχών και οι ινωβλάστες του δέρματος παρουσιάζουν έντονη χρωματισμό. 50 από τα 410 δείγματα, στα οποία οι ιστοχημικές εξετάσεις γινόταν 6 ως 72 ώρες μετά το θάνατο των πειραματόζωων, παρατηρήθηκαν μεταβολές της ενζυμικής δραστηριότητας της αλκαλικής φωσφατάσης, των μη ειδικών εστερασών και της ATPάσης, παρόμοιες με αυτές των 360 προθανάτιων τραυμάτων. Μεταθανάτια τραύματα. Στα 95 μεταθανάτια τραύματα που εξετάστηκαν συνολικά δεν παρατηρήθηκε ενζυμική δραστηριότητα στην τραυματική περιοχή. Σε όλα τα πειράματά μας ο χρόνος εμφάνισης και η ένταση της ενζυμικής αντίδρασης δεν εξαρτάται από την ηλικία και το φύλο των πειραματόζωων.
Ημερομηνία έκδοσης 2003-04-01
Ημερομηνία διάθεσης 2003-07-08
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 150

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 7