Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Οικογεωγραφική μελέτη του ενδημικού τύφου και των μπαρτονελλώσεων στην Κύπρο  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000349911
Τίτλος Οικογεωγραφική μελέτη του ενδημικού τύφου και των μπαρτονελλώσεων στην Κύπρο
Συγγραφέας Παπαευσταθίου, Ανδρέας
Σύμβουλος διατριβής Τσελέντης, Ιωάννης
Μέλος κριτικής επιτροπής Γκίκας, Αχιλλέας
Αντωνίου, Μαρία
Σαμώνης, Γεώργιος
Μελισσάς, Ιωάννης
Σκούλικα, Έφη
Ψαρουλάκη, Άννα
Περίληψη Εισαγωγή Ο Ενδημικός Τύφος (ή μυικός τύφος) είναι μια ζωονόσος με αιτιολογικό παράγοντα τη R.typhi η οποία ανήκει στην ομάδα ρικετσιών που είναι γνωστή ως Ομάδα του Τύφου (ΟΤ). Τα τρωκτικά λειτουργούν σαν υπόδοχα της R.typhi με σημαντικότερους μεταβιβαστές τους ψύλλους των αρουραίων. Στον άνθρωπο η νόσος μεταδίδεται με τα μολυσμένα κόπρανα των ψύλλων που παρασιτούν σε μολυσμένα τρωκτικά . Η νόσος έχει παγκόσμια κατανομή, επικρατεί σε παραθαλάσσιες περιοχές με ζεστό κλίμα όπου ενδημούν τα σημαντικότερα υπόδοχα (Rattus rattus και Rattus norvegicus). Η νόσος εμφανίζεται με αυξημένη συχνότητα τους θερινούς μήνες του χρόνου και το φθινόπωρο. Παρ' όλο που συχνά υποδιαγιγνώσκεται και θεωρείται ήπια νόσος, παρουσιάζεται σε ορισμένες περιοχές ως επιδημία και προκαλεί αρκετά σοβαρή κλινική συμπτωματολογία με αναφερόμενους θανάτους σε μικρό ποσοστό των προσβεβλημένων ατόμων. Flea- Spotted Fever Group rickettsioses Ο κηλιδώδης πυρετός που μεταδίδεται μέσω του ψύλλου (Flea-borne spotted fever) αποκαλούμενος επίσης με την ονομασία «cat flea typhus», είναι μια αναδυόμενη λοιμώδης νόσος με αιτιολογικό παράγοντα ένα είδος ρικέτσιας της Ομάδας των Κηλιδωδών Πυρετών (ΟΚΠ), τη Rickettsia felis. Το είδος αυτό είναι μια ρικέτσια που αναγνωρίστηκε πρόσφατα και δεν έχει ακόμα πλήρως περιγραφεί λεπτομερώς ούτε η παθογένεια της ούτε η επιδημιολογία της. Το βακτήριο είχε χαρακτηριστεί με μεθόδους μοριακής βιολογίας το 1991, και αρχικά ονομάστηκε ELB agent (EL Laboratory, Soquel, CA),ενώ η ονομασία Rickettsia felis δόθηκε μετά την πρώτη απομόνωση και καλλιέργεια του, το 2001. Πρόκειται για τη μοναδική ρικέτσια της ΟΚΠ που έχει σαν μεταβιβαστή τον ψύλλο, σε αντίθεση με τα άλλα είδη ρικετσιών της ομάδας που μεταδίδονται μέσω των κροτώνων. Το βακτήριο έχει εντοπιστεί σε ψύλλους διάφορων ειδών θηλαστικών σε διάφορες χώρες του κόσμου. Ο ψύλλος της γάτας Ctenocephalides felis θεωρείται ο κύριος μεταβιβαστής αυτού του ρικετσιακού παράγοντα. Μπαρτονελλώσεις Μέχρι το 1993 μόνο 3 είδη μπαρτονελλών ήταν γνωστό ότι προκαλούν νόσο στον άνθρωπο: η B. bacilliformis (νόσος του Carrion/ Πυρετός Oroya) η B. quintana ( πυρετός των χαρακωμάτων) και η B. henselae (νόσος εξ ονύχων γαλής -Cat scratch disease). Οι μπαρτονελλώσεις αποτελούν αναδυόμενες ζωονόσους, αφού την τελευταία δεκαετία ένας μεγάλος αριθμός νέων ειδών εντοπίστηκαν σε αρθρόποδα -μεταβιβαστές και/ή σε θηλαστικά-ξενιστές, πολλά από τα οποία έχουν αποδειχθεί παθογόνα για τον άνθρωπο. Σήμερα, το γένος Bartonella περιλαμβάνει περισσότερα από 20 είδη από τα οποία τουλάχιστον 8 είναι παθογόνα για τον άνθρωπο: B. bacilliformis, B. henselae, B. Quintana, B. elizabethae, B. vinsonii, B. clarridgeiae, B.grahamii, B. Washoensis. Τα βακτήρια του γένους Bartonella είναι οξειδάση-, καταλάση-αρνητικά (εκτός από τη Β. bacilliformis), απαιτητικά βακτήρια. Τα μέλη του γένους Bartonella είναι ποικιλόμορφα, Gram-αρνητικά ραβδόμορφα βακτηρίδια που μολύνουν τα ερυθροκύτταρα των θηλαστικών ξενιστών τους. Κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τους είναι η μετάδοση τους μέσω ενός αρθροπόδου- μεταβιβαστή και η επιβίωση τους σε θηλαστικά- ξενιστές. Τα αρθρόποδα διαδραματίζουν έναν ουσιαστικό ρόλο στο κύκλο μετάδοσης όλων των ειδών μπαρτονέλλας, λειτουργώντας ως φορείς και ενδεχομένως ως ξενιστές. Πολύ λίγα είναι γνωστά για το ρόλο των αρθρόποδων στην επιδημιολογική αλυσίδα των μπαρτονελλών. Η κατανόηση της οικολογίας και της επιδημιολογίας τους είναι φτωχή, αφού αφ’ ενός τα θηλαστικά-υπόδοχα ή τα αρθρόποδα-μεταβιβαστές για το κάθε είδος μπαρτονέλλας δεν έχει αποσαφηνιστεί, και αφ’ ετέρου, ο τρόπος μετάδοσης των μπαρτονελλών από τα θηλαστικά-υπόδοχα ή τα αρθρόποδα-μεταβιβαστές στους ανθρώπους παραμένει ασαφής. Βασική προϋπόθεση για την πρόοδο της κατανόησης των μπαρτονελλών αποτελεί η αποσαφήνιση των τρόπων μεταδόσεως. Μελέτες πάνω στην οικολογία τους είναι σημαντικές, προκειμένου να προσδιοριστούν τα είδη των φυσικών ξενιστών που λειτουργούν ως πηγή λοίμωξης στον άνθρωπο. Μέχρι σήμερα δεν υπήρχαν καθόλου δεδομένα όσον αφορά στην παρουσία των Bartonella spp. και της Rickettsia felis, καθώς και των αρθροπόδων-μεταβιβαστών και υποδόχων-θηλαστικών που συμπληρώνουν τον κύκλο ζωής τους, στην Κύπρο. Για τον Ενδημικό Τύφο υπάρχουν προηγούμενες μελέτες στις οποίες είχε αποδειχθεί ότι η νόσος αποτελεί πρόβλημα υγείας για την Κύπρο. Οι στόχοι της παρούσας μελέτης ήταν να καθοριστεί ο επιπολασμός των παραπάνω παθογόνων σε θηλαστικά ζώα – ξενιστές και σε αρθρόποδα-μεταβιβαστές στην Κύπρο, σε μια προσπάθεια διερεύνησης της επιδημιολογικής αλυσίδας τους του κύκλου μετάδοσης τους. ΥΛΙΚΑ & ΜΕΘΟΔΟΙ Έγινε σύλληψη θηλαστικών-ξενιστών (625 τρωκτικά και 72 γάτες ) από τα οποία έγινε αιμοληψία και συλλογή αρθροπόδων που παρασιτούσαν σ’ αυτά. Η μελέτη του βαθμού μόλυνσης των θηλαστικών-ξενιστών και των εκτοπαρασίτων τους έγινε με ορολογικές μεθόδους και με τεχνικές μοριακής βιολογίας. Το υλικό της μελέτης αποτέλεσαν : 1) Οροί που συλλέχθηκαν από τα παραπάνω ζώα και ελέγχθηκαν για την ύπαρξη ειδικών αντισωμάτων με τη μέθοδο του έμμεσου ανοσοφθορισμού. 2) Δείγματα ολικού αίματος τα οποία ελήφθησαν από τα υπόδοχα, καθώς και τα αρθρόποδα τα οποία ελέγχθηκαν με μεθόδους μοριακής βιολογίας για ανίχνευση και ταυτοποίηση των υπό μελέτη παθογόνων. 3) Εκτοπαράσιτα που συλλέχθηκαν από τα παραπάνω ζώα. Τα αποτελέσματα αναλύθηκαν με τη χρήση GIS (Geographical Information System Technology). ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Α) ΜΕΛΕΤΗ ΣΕ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ-ΞΕΝΙΣΤΕΣ Η δειγματοληψία περιέλαβε 51 περιοχές κατανεμημένες και στις 5 επαρχίες της ελεύθερης Κύπρου. Καταγράφηκαν τα εξής είδη τρωκτικών, Rattus rattus frugivorous, Rattus norvegicοus, Μus musculus . Από τα 625 τρωκτικά, τα 399 ήταν Rattus norvegicus, τα 223 Rattus rattus, και 3 Mus musculus. Μελετήθηκε η διασπορά των ειδών των τρωκτικών και των παθογόνων που μεταφέρουν, και εντοπίστηκαν οι ενδημικές περιοχές για κάθε παθογόνο και των περιοχών υψηλού κινδύνου για τον άνθρωπο. Η δειγματοληψία περιέλαβε επίσης 72 γάτες (29 ζώα συντροφιάς 12 αδέσποτες γάτες και 31 από φάρμες). 55,6% ήταν θηλυκού γένους και 44,4% ήταν αρσενικού γένους. 27,7% (20/72) γάτες είχαν ηλικία<= 1 έτους. Οροεπιδημιολογική μελέτη Τρωκτικά 496 δείγματα αίματος από τα 625 τρωκτικά ελέγχθηκαν για την ανίχνευση αντισωμάτων έναντι της R.typhi, και της B. Henselae, με τη μέθοδο του έμμεσου ανοσοφθορισμού (τίτλος αντισωμάτων >= 1/60 θεωρήθηκε ως cut-off point). 48.6% από τα τρωκτικά που ελέγχθηκαν εμφάνισαν αντισώματα έναντι της R.typhi. Οι τίτλοι των IgG αντισωμάτων στα οροθετικά ζώα κυμάνθηκαν από 1/60 έως 1/3840. Τα 52 (10.5% ) από τα 494 τρωκτικά που ελέγχθηκαν εμφάνισαν αντισώματα έναντι της B. henselae, Οι τίτλοι των IgG αντισωμάτων στα οροθετικά ζώα κυμάνθηκαν από 1/60 έως 960. Παρατηρήθηκε διασπορά των οροθετικών για R.typhi ζώων σε όλες τις επαρχίες. Παράγοντες με σημαντική συσχέτιση με την οροθετικότητα για τη R. typhi ήταν: το είδος του τρωκτικού, με περισσότερα οροθετικά ζώα του είδους R. norvegicus από εκείνα του είδους R. rattus (p<0.0001); η περιοχή, (p<0.0001); η εποχή με περισσότερα οροθετικά ζώα το φθινόπωρο (p<0.0001). Η οροθετικότητα είχε σημαντική συσχέτιση με την παρουσία εκτοπαρασίτων στο ζώο (p<0.0001). Πιο συγκεκριμένα η οροθετικότητα για τη R. typhi συσχετίστηκε με τον παρασιτισμό του τρωκτικού από τον ψύλλο X.cheopis (p<0.0001), ενώ η συσχέτιση με την παρουσία C. felis ή L. Segnis, δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Η παρουσία του X.cheopis στα τρωκτικά αύξησε the odds of being positive for R. typhi by a factor of 2.2. Η οροθετικότητα για τη Bartonella βρέθηκε να έχει σημαντική συσχέτιση με την παρουσία εκτοπαρασίτων (p<0.0001). Πιο συγκεκριμένα η οροθετικότητα για τη Bartonella συσχετίστηκε με την παρουσία του ψύλλου C. felis (p<0.0001) αλλά όχι με τον ψύλλο X. cheopis ή L. segnis. Τρωκτικά που παρασιτούνταν από C. felis increased the odds of being seropositive for Bartonella spp. by a factor of 5.8. Η οροθετικότητα επίσης συσχετίστηκε με την περιοχή σύλληψης του τρωκτικού. Γάτες 30 από τις 72 γάτες (41, 6%) από τις ελήφθησαν δείγματα ορού και ελέγχθηκαν με τη μέθοδο του έμμεσου ανοσοφθορισμού εμφάνισαν αντισώματα έναντι της B. Henselae Οι τίτλοι των IgG αντισωμάτων στα οροθετικά ζώα κυμάνθηκαν από 1/64 έως 1024. Αυξημένη οροθετικότητα παρατηρήθηκε στα θηλυκά ζώα (17/40: 42,5%) σε σύγκριση με τα αρσενικά (13/32: 40,6%), χωρίς όμως η διαφορά να είναι στατιστικά σημαντική. Οι αδέσποτες γάτες και γάτες που προέρχονταν από φάρμες εμφάνισαν υφηλότερη οροθετικότητα (58,3% και 48,38 αντίστοιχα) σε σύγκριση με τις γάτες συντροφιάς (27,5%). Οι δυο πρώτες ομάδες επίσης εμφάνισαν υψηλούς τίτλους αντισωμάτων. 23 από τις 72 γάτες (32,8%) εμφάνισαν αντισώματα έναντι της R.typhi. Γονοτυπική ανίχνευση Rickettsia sp. και Bartonella sp. με τη μέθοδο της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR) σε σπονδυλωτούς ξενιστές (τρωκτικά, γάτες) Δείγματα αίματος και ιστών από σπονδυλωτούς ξενιστές (τρωκτικά, γάτες) ελέγχθηκαν με την μέθοδο της PCR, για τη γονοτυπική ανίχνευση των υπό μελέτη παθογόνων. Ελέγχθηκαν 146 δείγματα αίματος από τρωκτικά (82 δείγματα) και από γάτες (64 δείγματα), και 32 δείγματα ιστών από τρωκτικά. Η ταυτοποίηση έγινε με την εφαρμογή των μεθόδων PCR-RFLP PCR-sequencing analysis. Δεν ανιχνεύτηκε ρικετσιακό DNA στα δείγματα αίματος, ενώ σε 7 δείγματα ιστών ανιχνεύτηκε ρικετσιακό DNA. Η εφαρμογή των μεθόδων RFLP και sequencing analysis στο προιόν της PCR οδήγησε στην ταυτοποίηση της R.typhi . Bartonella sp DNA ανιχνεύτηκε σε 5 τρωκτικά. Η εφαρμογή της sequencing analysis στο προιόν της PCR οδήγησε στην ταυτοποίηση της Bartonella elizabethae (3/5). Επιπλέον 2 novel Bartonella genotypes που δεν έγινε δυνατή η ταυτοποίηση τους ανιχνεύτηκαν σε 2 Rattus norvegicus. Από τις 64 γάτες που ελέγχθηκαν με τη μέθοδο της PCR σε 10 (15,6 %) ανιχνεύτηκε Bartonella sp DNA. Η εφαρμογή της sequencing analysis στο προιόν της PCR οδήγησε στην ταυτοποίηση της B. henselae. Δεν ανιχνεύτηκε ρικετσιακό DNA στις γάτες. Β) ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΑΡΘΡΟΠΟΔΩΝ Αναζητήθηκαν και ταυτοποιήθηκαν τα αρθρόποδα-εκτοπαράσιτα που παρασιτούσαν τα τρωκτικά και τις γάτες. Εκτοπαράσιτα των τρωκτικών Tα 254 από τα 625 τρωκτικά παρασιτούνταν από εκτοπαράσιτα. Εντοπίστηκαν, συλλέχτηκαν και ταξινομήθηκαν 1038 εκτοπαράσιτα, τα οποία εκτός από 3 κρότωνες ήταν όλα ψύλλοι. Οι 3 κρότωνες ανήκαν στο είδος Rhipicephalus turanicus. Οι ψύλλοι που συλλέχτηκαν και ταυτοποιήθηκαν ανήκουν στα εξής 5 είδη : Xenopsylla cheopis (70,34%), Ctenocephalides felis (24,22%), Ctenocephalides canis (0,48 %), Leptopsylla segnis (4,36 %), Nosophylla fasciatus (0,67%). Παρατηρήθηκε ευρεία γεωγραφική διασπορά των τρωκτικών που παρασιτούνταν από εκτοπαράσιτα. Ο αριθμός των εκτοπαρασίτων ανά ζώο κυμάνθηκε από 1-25 (μέσο παρασιτικό φορτίο 4 ψύλλοι/τρωκτικό). Εκτοπαράσιτα που παρασιτούσαν σε γάτες Οι 38 από τις 72 γάτες ( 52,7%) παρασιτούνταν από εκτοπαράσιτα. Εντοπίστηκαν, συλλέχτηκαν και ταξινομήθηκαν 155 εκτοπαράσιτα, από τα οποία 127 ήταν ψύλλοι και 28 κρότωνες. Οι ψύλλοι που συλλέχτηκαν και ταυτοποιήθηκαν using accepted morphologic criteria ανήκουν στα είδη : Ctenocephalides felis (96/127: 75,6%), και Ctenocephalides canis (31/127: 24,4%). Ο αριθμός των εκτοπαρασίτων ανά ζώο κυμάνθηκε από 1-18 (μέσο παρασιτικό φορτίο 4 ψύλλοι/γάτα). Το πιο συχνό είδος που παρασιτούσε τις γάτες ήταν ο ψύλλος του είδους Ctenocephalides felis που βρέθηκε σε 33 από τις 38 γάτες (86,8 %) παρασιτούμενες από εκτοπαράσιτα γάτες. Ψύλλοι του είδους Ctenocephalides canis συλλέχθηκαν από 8 γάτες. Από 3 γάτες συλλέχθηκαν και τα δυο είδη. Γονοτυπική ανίχνευση και ταυτοποίηση Rickettsia sp και Bartonella sp στα αρθρόποδα-μεταβιβαστές Εκτοπαράσιτα, που παρασιτούσαν τα τρωκτικά και τις γάτες κατά τη διάρκεια της αιμοληψίας συλλέχθηκαν και ελέγχθηκαν με τη μέθοδο της PCR για την ανίχνευση και απομόνωση των υπό διερεύνηση παθογόνων παραγόντων (ρικέτσιες και μπαρτονέλλες) Στους ψύλλους που παρασιτούσαν τα τρωκτικά: Η R.typhi ανιχνεύτηκε σε 4% (16/400) από τους ψύλλους του είδους Xenopsylla cheopis και σε 6,6 % (3/45) από τους ψύλλους του είδους L. segnis. Η R. felis ανιχνεύτηκε σε 1% (4/400) από τους ψύλλους του είδους Xenopsylla cheopis και σε 5,6% (14/250) από τους ψύλλους του είδους Ctenocephalides felis. Στους ψύλλους που παρασιτούσαν τις γάτες ανιχνεύτηκαν : R. felis (19%), B. henselae (11%), and B. clarridgeiae (7%) σε ψύλλους του είδους Ctenocephalides felis.. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην παρούσα μελέτη τα τρωκτικά, οι γάτες και τα εκτοπαράσιτα τους χρησιμοποιήθηκαν σαν δείκτες (indicators) της παρουσίας και της διασποράς παθογόνων βακτηρίων που ανήκουν στα γένη Rickettsia sp. και Bartonella sp., στην Κύπρο, ένα νησιωτικό οικοσύστημα. Ο αιτιολογικός παράγοντας του ΕΤ R.typhi παρουσιάζει ευρεία διασπορά στα υπόδοχα και τους μεταβιβαστές. Ο βαθμός μόλυνσης των υποδόχων με R.typhi ήταν υψηλός. Επιβεβαιώθηκε ο ρόλος των τρωκτικών του γένους R. rattus και R. norvegicus και των ψύλλων τους στην επιδημιολογική αλυσίδα της Rickettsia typhi στην Κύπρο. Στην επιδημιολογική αλυσίδα σαν υπόδοχο θηλαστικό λειτουργεί ο αρουραίος, κυρίως ο R. norvegicus και σαν μεταβιβαστής ο ψύλλος X.cheopis, ο οποίος φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο. Τα αποτελέσματα από τη μελέτη των αρθροπόδων-μεταβιβαστών των υπό μελέτη παθογόνων, συγκρίθηκαν με αυτά που προέκυψαν από τη μελέτη των θηλαστικών-ξενιστών. Επίσης, τα επιδημιολογικά δεδομένα αυτής της μελέτης συσχετίστηκαν με προηγούμενες μελέτες σε ανθρώπινο πληθυσμό και με διαθέσιμα δεδομένα για κλινικά περιστατικά σε ασθενείς. Προέκυψε το συμπέρασμα ότι η γεωγραφική κατανομή των αρθροπόδων- μεταβιβαστών ακολουθεί την γεωγραφική κατανομή των παθογόνων που αυτά μεταφέρουν. Η μηχανογραφημένη χαρτογράφηση αποδείχτηκε ένα χρήσιμο εργαλείο στην επιδημιολογική διερεύνηση. Η τοποθέτηση των αποτελεσμάτων του εργαστηριακού ελέγχου και των επιδημιολογικών δεδομένων σε χάρτες έδωσε τη δυνατότητα να εντοπιστούν περιοχές με υψηλό επιπολασμό των παθογόνων στα υπόδοχα και τους μεταβιβαστές. Δίνεται έτσι η δυνατότητα να αναζητηθούν πιο συστηματικά σ’ αυτές τις περιοχές κλινικά στον άνθρωπο, να διερευνηθεί η σχέση των κρουσμάτων με το χώρο, και να διαπιστωθεί η συγκέντρωση κρουσμάτων σε μια περιοχή. Με τη βοήθεια του ΠΜΧ εντοπίστηκαν περιοχές με υψηλό επιπολασμό και προσδιορίστηκαν περιοχές υψηλού κινδύνου για τη R.typhi. Έδωσε τη δυνατότητα της συσχέτισης των αποτελεσμάτων της παρούσας μελέτης με προηγούμενες. Τα παραπάνω θέτουν το πρόβλημα της λήψης μέτρων περιορισμού της παραπέρα διασποράς του ΕΤ και μέτρων ελέγχου και πρόληψης. Η συγκεκριμένη εργασία, εκτός του ότι παρέχει επιδημιολογικά στοιχεία και πληροφόρηση, αποτελεί και ένα βασικό οδηγό για αποτελεσματικά προγράμματα ελέγχου και σε άλλες περιοχές. Η παρούσα μελέτη συνέβαλε στον προσδιορισμό των φυσικών ξενιστών και του βαθμού μόλυνσης τους, σε επίπεδο χώρας, στην αναζήτηση πληροφοριών για την αποσαφήνιση των συνθηκών και των παραγόντων που συμβάλλουν στη διατήρηση και την εξάπλωση των υπό μελέτη παθογόνων, αλλά και την αναζήτηση ενδημικών περιοχών. Τα ευρήματα αυτά έχουν μεγάλη σημασία για την δημόσια υγεία. Η πληροφορία μπορεί να αξιοποιηθεί για την επιτήρηση των παθογόνων από τους φορείς της υγείας. ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ: • Προσδιορίστηκε ο ορο-επιπολασμός της R. typhi και της Bartonella henselae στα τρωκτικά και στις γάτες. • Προσδιορίστηκαν τα είδη των αρουραίων που ενδημούν στην Κύπρο, και η γεωγραφική κατανομή τους • Τα μολυσμένα τρωκτικά αλλά και τα εκτοπαράσιτα τους λειτούργησαν σαν δείκτης για να εντοπιστεί και να αναδειχτεί το κάθε παθογόνο και υπέδειξαν συγκεκριμένες περιοχές κινδύνου. Διαπιστώθηκε υψηλός βαθμός μόλυνσης τους κυρίως με τη R.typhi. • Περιγράφηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο, η παρουσία 3 ειδών μπαρτονέλλας (B. henselae B. clarridgeiae B. elizabethae). • Για πρώτη φορά στην Κύπρο, αλλά και την Ν.Α Μεσόγειο περιγράφηκε η παρουσία της R. felis. Οι γνώσεις όσον αφορά στην επιδημιολογία και οικολογία αυτών των βακτηρίων είναι ανεπαρκείς, επομένως είναι αναγκαία η συνέχιση των ερευνών, ιδιαίτερα για τον καθορισμό της σχέσης μεταξύ ξενιστών διαβιβαστών και μικροοργανισμών. Απαιτείται παραπέρα διερεύνηση για τη συμμετοχή της νέας ρικέτσιας στην εκδήλωση νόσου σε ανθρώπους και ζώα στην Κύπρο. • Επιβεβαιώθηκε η ενδημικότητα της R. typhi στην Κύπρο και χαρακτηρίστηκαν οι παράγοντες κινδύνου για τη μετάδοση της. • Η παρούσα μελέτη παρέχει επιδημιολογικά στοιχεία και σημαντική πληροφορία για τη διασπορά και την κατανομή των παθογόνων που μελετήθηκαν, και υπαγορεύει την ανάγκη για την εφαρμογή προγραμμάτων ελέγχου και επιτήρησης των ζωονόσων που μελετήθηκαν.
Φυσική περιγραφή v, 198 σ. : πιν. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Bartonella
Rickettsia Infections
Ημερομηνία έκδοσης 2008-04-03
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 146

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 16