Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Προσδιορισμός βρωμιωμένων διφαινυλικών αιθέρων στα ούρα με τη μέθοδο αέριας χρωματογραφίας - φασματομετρίας μάζας με αρνητικό χημικό ιοντισμό  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000372495
Τίτλος Προσδιορισμός βρωμιωμένων διφαινυλικών αιθέρων στα ούρα με τη μέθοδο αέριας χρωματογραφίας - φασματομετρίας μάζας με αρνητικό χημικό ιοντισμό
Άλλος τίτλος Determination of brominated diphenyl ethers in urine with the method gas chromatogrpahy-mass spectrometry with negative chemical ionization
Συγγραφέας Αρτεμάκης, Γεώργιος Κων.
Σύμβουλος διατριβής Στεφάνου, Ευριπίδης
Περίληψη Οι πολυβρωμιωμένοι διαφαινυλικοί αιθέρες (PBDEs) ανήκουν στην κατηγορία των βρωμιωμένων επιβραδυντικών φλόγας (BFRs). Η χρήση τους έχει αυξηθεί τα 30 τελευταία χρόνια εξαιτίας της αυξημένης παραγωγής συνθετικών χημικών τα οποία απαιτούν πυροπροστασία, προκειμένου τα τελικά προϊόντα στα οποία τα συνθετικά αυτά απαντώνται, να έχουν περιορισμένη πιθανότητα ανάφλεξης. Χαρακτηριστικά, αυτά τα επιβραδυντικά φλόγας χρησιμοποιούνται σε κατασκευαστικά υλικά, υφάσματα, χαλιά, καναπέδες, στρώματα, ηλεκτρικές συσκευές, τηλεοράσεις, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, μεταφορικά μέσα, κ.ά. Το γεγονός όμως ότι δε συνδέονται χημικά με το υλικό στο οποίο κάθε φορά προστίθενται, κάνει δυνατή την απομάκρυνσή τους από το εκάστοτε υλικό καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ειδικά εάν αυτό εκτείθεται σε υψηλές θερμοκρασίες. Συνεπώς, η διαρκής έκθεση του περιβάλλοντος σε αυτές τις ενώσεις, σε συνδυασμό με την υψηλή τους ανθεκτικότητα και ικανότητα να βιοσυσσωρεύονται, μπορεί να καθορίσει την παρουσία τους στο περιβάλλον και τους διάφορους ιστούς για πολλά χρόνια. Πράγματι, παρόλο που η παραγωγή και η χρήση τους απαγορεύτηκε το 2004 σε πολλές χώρες του αναπτυγμένου κόσμου, οι ποσότητες που αναμένεται να απελευθερωθούν στο ήδη βεβαρυμμένο περιβάλλον από τα προϊόντα που ήδη έχουν κυκλοφορήσει στην αγορά είναι πολύ υψηλές, και μάλιστα θα υφίστανται για πολλά χρόνια. Παρόλο που έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές μελέτες τα τελευταία 30 χρόνια για τον προσδιορισμό αυτών των ενώσεων σε αρκετές περιβαλλοντικές μήτρες (αέρια σωματίδια, ιζήματα, λυματολάσπη), σε θηλαστικά, σε ψάρια, αλλά και στο ανθρώπινο σώμα (αίμα, μητρικό γάλα, λιπώδης ιστός), το ενδιαφέρον για τον προσδιορισμό τους σε ούρα και ειδικά σε ανθρώπινα ούρα είναι ανύπαρκτο, πιθανώς εξαιτίας της υψηλής λιποφιλίας αυτών των ενώσεων. Σκοπός λοιπόν της παρούσας εργασίας, ήταν αρχικά η ανάπτυξη μιας κατάλληλης μεθόδου για τον προσδιορισμό των μελών αυτής της κατηγορίας ενώσεων στα ανθρώπινα ούρα, στην περίπτωση που απεκκρίνονται στην αρχική τους μορφή, δηλαδή μη-μεταβολισμένα. Επειδή όμως, τα επίπεδα αυτών των ενώσεων στα ούρα ίσως φτάσουν πολύ χαμηλές τιμές συγκεντρώσεων (έως τα χαμηλά pgr/ml ούρων), η λήψη αρκετής ποσότητας δείγματος και η εφαρμογή της υγρής-υγρής εκχύλισης, κρίθηκαν απαραίτητες. Βέβαια, η εύρεση της καταλληλότερης μεθόδου για τη συγκεκριμένη ανάλυση, βασίστηκε στην αποδοτικότερη, βάσει ποιοτικών χαρακτηριστικών, μέθοδο για την αποδιάταξη των πρωτεϊνών που συγκρατούν αυτές τις φαινολικές ενώσεις. Η μέθοδος αυτή περιελάμβανε την προσθήκη μεθανόλης σε 10 ml ούρων, ανακτήσεις στην περιοχή του 83-96% και όρια ανίχνευσης στην περιοχή των 0,190-1,651 pgr/ml ούρων για τα μέλη που υπήρχαν στο πρότυπο ανάκτησης που χρησιμοποιήθηκε. Από εκεί και έπειτα, η μεθόδος που αναπτύχθηκε, εκτός από την υγρή-υγρή εκχύλιση, περιελάμβανε και την αέρια χρωματογραφία σε συνδυασμό με τη φασματομετρία μάζας, για το διαχωρισμό και την ανίχνευση αυτών των ενώσεων αντίστοιχα. Μάλιστα, στο φασματογράφο μάζας κρίθηκε σκόπιμη η εφαρμογή του αρνητικού χημικού ιοντισμού, τεχνική η οποία παρόλο που είναι λιγότερο «σκληρή» από τον ηλεκτρονικό ιοντισμό, έχει αποδειχθεί ότι παρέχει μεγαλύτερη ευαισθησία στη συγκεκριμένη ανάλυση, καθώς οι ανάλυτες που μελετάμε (PBDEs) περιέχουν τα πολύ ηλεκτραρνητικά άτομα βρωμίου. Τελικά, η εφαρμογή της επιλεγμένης μεθόδου σε πιθανώς εκτεθειμένα ανθρώπινα δείγματα ούρων, από άτομα διαφόρων ηλικιών και επαγγελμάτων και από δότες που άνηκαν και στα δύο φύλα, έδειξε ότι οι ανιχνεύσιμες ποσότητες μη-μεταβολισμένων PBDEs στα δείγματα αυτά, και συγκεκριμένα οι ποσότητες των μελών BDE-47 και BDE-99 που ανιχνεύτηκαν, βρίσκονται στα επίπεδα των τυφλών δειγμάτων της συγκεκριμένης μεθόδου. Συγκεκριμένα, η μέση τιμή της ποσότητας του μέλους BDE-47 στα πραγματικά δείγματα βρέθηκε ίση με 9,4±3,1 pgr, ενώ η αντιστοιχή τιμή του στα τυφλά δείγματα ήταν ίση με 9,0±3,6 pgr σε 10 ml ούρων. Αντίστοιχα, η μέση τιμή της ποσότητας του μέλους BDE-99 στα πραγματικά δείγματα βρέθηκε ίση με 2,3±0,7 pgr, ενώ η αντιστοιχή τιμή του στα τυφλά δείγματα ήταν ίση με 4,6±2,5 pgr.
Φυσική περιγραφή 248 σ. : πίν. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Denaturation of proteins
liquid-liquid extaction
Βρωμιωμένοι διφαιλινικοί αιθέρες (PBDEs)
αποδιάταξη πρωτεϊνών
υγρή-υγρή εκχύλιση
Ημερομηνία έκδοσης 2011-12-09
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών--Τμήμα Χημείας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
  Τύπος Εργασίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
Εμφανίσεις 40

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 3