Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Μιτοχονδριακό DNA και η γενεαλογία των φιδιών της Κρήτης: σύγκριση των φυλογεωγραφικών τους προτύπων.  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000326810
Τίτλος Μιτοχονδριακό DNA και η γενεαλογία των φιδιών της Κρήτης: σύγκριση των φυλογεωγραφικών τους προτύπων.
Συγγραφέας Κυριαζή, Παναγιώτα
Σύμβουλος διατριβής Μυλωνάς, Μωυσής
Περίληψη Το αρχιπέλαγος του Αιγαίου αποτελείται από ένα πλήθος νησιών με μεγάλη ποικιλία ως προς την έκταση, την γεωλογική τους ιστορία και τις παλαιογεωγραφικές τους σχέσεις με τα γύρω νησιά και τις ηπειρωτικές περιοχές. Κατά συνέπεια η κατανομή και διαφοροποίηση ενός οργανισμού στο χώρο αυτό εξηγείται ανάλογα με την ικανότητα διασποράς που τον διακρίνει αλλά και του χρόνου παρουσίας του στην περιοχή μέσω φαινομένων διασποράς, βικαριανισμού και συνδυασμού των παραπάνω γεγονότων και της επίδρασης του ανθρώπου. Τα τελευταία χρόνια αυξήθηκε με ραγδαίο ρυθμό το ενδιαφέρον τον ερευνητών για εξελικτικές μελέτες στην περιοχή του Αιγαίου με την χρήση μιτοχονδριακού DNA. Οι μελέτες αυτές αφορούν διάφορα τάξα που εξαπλώνονται στην περιοχή μελέτης : χερσαία μαλάκια, ισόποδα, σκορπιοί, ποταμοχελώνες, βατράχια, σαύρες, θηλαστικά. Μέχρι σήμερα καμία φυλογενετική μελέτη που να αφορά φίδια δεν έχει εκπονηθεί στην περιοχή του Αιγαίου. Στη Κρήτη, σήμερα, απαντούν 4 είδη φιδιών (Zamenis situlus, Hierophis gemonensis, Natrix tessellatα, Τelescopus fallax,). Οι οργανισμοί που συνιστούν την υπόλοιπη ερπετοπανίδα της Κρήτης είναι εφτά είδη σαυρών, ενός είδους ποταμοχελώνας και τρία είδη αμφιβίων. Μέχρι σήμερα, από φυλογεωγραφικές μελέτες που αφορούν τα περισσότερα από τα παραπάνω είδη προκύπτει ότι η ποταμοχελώνα Mauremys rivulata και τουλάχιστον 4 είδη σαύρας, Tarentola mauritanica, Ablepharus kitaibelii, Hemidactylus turcicus και Chalchides ocellatus έποίκισαν το νησί της Κρήτης πρόσφατα, ενώ ένα αμφίβιο (Pelophylax cretensis) και δύο είδη σαύρας (Cyrtopodion kotschyi, Podarcis erhardii) φαίνεται να είναι παλαιότεροι κάτοικοι του νησιού. Επομένως η προέλευση των φιδιών της Κρήτης και ο τρόπος που αποίκισαν το νησί παραμένουν αδιευκρίνιστα. Σκοπός της εργασίας αυτής είναι η διερεύνηση των φυλογενετικών σχέσεων μεταξύ των διάφορων πληθυσμών του κάθε είδους φιδιού της Κρήτη, με άλλους πληθυσμούς από την ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου και η σύγκριση των φυλογεωγραφικών τους προτύπων με την χρήση αλληλουχιών του γονιδίου που κωδικοποιεί την πρωτεΐνη του κυτοχρώματος β (cyt b) του μιτοχονδριακού γονιδιώματος. Τα δεδομένα αυτά υποστηρίζουν την μονοφυλετικότητα των ειδών Z. situlus, H. gemonensis και N. tessellata όχι όμως του είδους T. fallax. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα μονοτυπικά είδη, το είδος T. fallax παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία σε χαρακτήρες που αφορούν την μορφολογία του, τόσο στην περιοχή του Αιγαίου (5 υποείδη), όσο και στην υπόλοιπη ανατολικότερη περιοχή εξάπλωσης του είδους. Ωστόσο οι διαφορές αυτές δεν δικαιολογούν την ταξινομική τους διαφοροποίηση. Οι φυλογενετικές συγγένειες που αφορούν το είδος αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των υποειδών, είναι ξεκάθαρο ότι δεν αντιπροσωπεύουν μονοφυλετικές ομάδες και πρέπει να αναθεωρηθούν υπό το φως τω νέων αυτών ενδείξεων. Η ανάλυση των αλληλουχιών οδήγησε στο να καταλήξουμε σε ομαδοποιήσεις ατόμων, του κάθε είδους, σε κλάδους με/ή χωρίς γεωγραφική συνάφεια. Οι εκτιμώμενες γενετικές αποστάσεις και η χαμηλή στατιστική υποστήριξη μεταξύ των κλάδων αυτών, δεν μας επιτρέπει να κάνουμε μία ασφαλή προσέγγιση των πιθανών σχέσεων μεταξύ αυτών στηριζόμενοι αποκλειστικά στα μοριακά δεδομένα. Παρόλα αυτά μία πρώτη προσέγγιση μπορεί να γίνει μέσα από το σύνολο των δεδομένων που αφορούν την περιοχή (παλαιογεωγραφία και παλαιοκλιματολογία). Η σημερινή κατανομή των Z. situlus και H. gemonensis έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τις κλιματικές αλλαγές που επικράτησαν κατά το Πλειστόκαινο. Ο χώρος διαφοροποίησης των ειδών αυτών είναι η Ευρώπη. Η διαειδική διαφοροποίηση των Z. situlus και H. gemonensis έγινε πριν 5-7 και 8-9 εκ. χρόνια αντίστοιχα. Οι ψυχρές περίοδοι είχαν σαν αποτέλεσμα την μετατόπιση των πληθυσμών τους προς τα νότια και ανατολικά. Ωστόσο η Κρήτη παρέμενε απομονωμένη. Οπότε τα είδη αυτά εποίκισαν την Κρήτη πρόσφατα με πιο πιθανή ερμηνεία για την παρουσία τους στην Κρήτη την ανθρώπινη δραστηριότητα. Το φυλογεωγραφικό πρότυπο, που αναδείχθηκε για τα είδη Ν. tessellata και T. fallax, αντιστοιχεί στην Κατηγορία Ι κατά Avice (2000): βαθιά γενεαλογικά δέντρα με τις κύριες γενεαλογικές γραμμές σε αλλοπατρία. Η αντιστοιχία των κύριων κλάδων με περιοχές που γνωρίζουμε από την παλαιογεωγραφία ότι είχαν διαχωριστεί μεταξύ τους (Ηπειρωτική Ελλάδα – Νότιες Κυκλάδες – Κρήτη – ανατολικό Αιγαίο) φανερώνει ότι η σημερινή κατανομή και διαφοροποίηση των N. tessellatα και T. fallax στην περιοχή του Αιγαίου, είναι κυρίως αποτέλεσμα βικαριανιστικών φαινομένων. Η διερεύνηση της περιόδου και του τρόπου με τον οποίο έγινε η εξάπλωση στο χώρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ωστόσο για να ερμηνευτεί η σύγχρονη κατανομή τους και η παρουσία τους στο νησί της Κρήτης κρίνεται απαραίτητη η προσθήκη (α) καινούργιων δειγμάτων, (β) άλλων μοριακών δεικτών και (γ) στοιχείων της μορφολογίας και οικοφυσιολογίας των οργανισμών.
Φυσική περιγραφή 87σ. : εικ. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Ημερομηνία έκδοσης 2008-04-07
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών--Τμήμα Βιολογίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
  Τύπος Εργασίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
Εμφανίσεις 73

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 14