Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Μελέτη Οπτικών Προκλητών Δυναμικών σε Συνθήκες Απειλής  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου uch.med.msc//2006laretzaki
Τίτλος Μελέτη Οπτικών Προκλητών Δυναμικών σε Συνθήκες Απειλής
Συγγραφέας Λαρετζάκη, Τζούλια
Περίληψη ΣΚΟΠΟΣ: Τα Οπτικά Προκλητά Δυναμικά (VEPs) αποτελούν μια ηλεκτροφυσιολογική δοκιμασία που παρέχει σημαντικές διαγνωστικές πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργική όραση, μελετώντας το πλάτος και το χρόνο εμφάνισης συγκεκριμένων κορυφών απόκρισης που αντιστοιχούν σε αποκρίσεις ομάδων νευρώνων. Είναι σήμερα γνωστό από νευροφυσιολογικές και ψυχοφυσικές μελέτες ότι η επεξεργασία του οπτικού σήματος, τουλάχιστον στα πρώιμα στάδια της οπτικής οδού γίνεται με βάση την αντίθεση φωτεινότητας. Η παρούσα εργασία αποτελείται από 2 μέρη. Στο πρώτο μέρος μελετήθηκε η επίδραση της αντίθεσης φωτεινότητας (contrast) στα Οπτικά Προκλητά Δυναμικά. Το δεύτερο μέρος της εργασίας αφορά τη μελέτη των Οπτικών Προκλητών Δυναμικών σε συνθήκες απειλής και βασίζεται στα αποτελέσματα πρόσφατων ερευνών που έδειξαν ότι σε κατάσταση απειλής, λόγω της ενεργοποίησης του αμυγαδαλοειδή πυρήνα, μειώνεται η απόκριση της κόρης στο φως με την μείωση να γίνεται περισσότερο εμφανής όσο η ένταση του ερεθίσματος αυξάνεται. Σκοπός της εργασίας ήταν να μελετηθεί η επίδραση της απειλής στους χρόνους απόκρισης των Οπτικών Προκλητών Δυναμικών, με σκοπό να διερευνηθεί αν πιο προχωρημένες λειτουργίες της όρασης (π.χ. η επεξεργασία του contrast) επηρεάζονται από την ενεργοποίηση του αμυγδαλοειδούς πυρήνα σε κατάσταση απειλής. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Στο πρώτο μέρος του πειράματος έλαβαν μέρος 14 εξεταζόμενοι ηλικίας 24- 30 ετών (μέσος όρος 27.2 ± 2 έτη) με διορθωμένα τα διαθλαστικά σφάλματα (μυωπία, αστιγματισμό) και χωρίς παθολογικά προβλήματα. Τα οπτικά ερεθίσματα είχαν τόσο τη μορφή grating όσο και checkerboard. Το ερέθισμα grating είχε σταθερή χωρική συχνότητα (4c/deg) και χρονική συχνότητα (2 Hz), μεγέθους 10 arcmin, ενώ επιλέχθηκαν 14 διαφορετικές τιμές contrast από 100% - 2%. Για το ερέθισμα checkerboard επιλέχθηκαν 2 τιμές contrast (100% και 10%) και δύο γωνιακά μεγέθη τετραγώνων (60 arcmin και 15 arcmin, σε απόσταση προβολής 150 cm), σύμφωνα με τις δοκιμασίες που χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη. Οι καταγραφές αφορούσαν μονόφθαλμη παρατήρηση (του κυρίαρχου οφθαλμού). Για το δεύτερο μέρος επιλέχθηκε η τεχνική Pattern Onset/Offset διατηρώντας τις παραμέτρους του ερεθίσματος ίδιες με αυτές του πρώτου μέρους ενώ εξετάστηκαν δύο τιμές contrast, 8% και 12%. Συμμετείχαν 10 από τους εξεταζόμενους του πρώτου μέρους, δύο εβδομάδες μετά τις πρώτες μετρήσεις, και για τη δημιουργία συνθηκών απειλής χρησιμοποιήθηκε προφορική απειλή σε συνδυασμό με ειδική συσκευή παραγωγής συνεχούς ακουστικού βόμβου, χαμηλής έντασης. Επιπρόσθετα, οι εξεταζόμενοι συμπλήρωσαν ειδικά ερωτηματολόγια τύπου STAI – Trait και STAI – State για την περαιτέρω αξιολόγηση του χαρακτηρολογικού άγχους τους. Τέλος, ο χρόνος και το πλάτος απόκρισης συγκρίθηκαν με τις αντίστοιχες τιμές των μετρήσεων, δύο εβδομάδες πριν το συγκεκριμένο πείραμα στο 8% και 12% contrast (baseline). Για την ανάλυση του χρόνου απόκρισης του Ρ100 χρησιμοποιήθηκε ανάλυση της διακύμανσης πολλαπλών μετρήσεων (repeated measures ANOVA) με το ερέθισμα (8% και 12%) και την ψυχολογική κατάσταση (απειλή, ασφάλεια) ως ενδο-ϋποκειμενικούς παράγοντες. Ως καταστάσεις ασφαλείας ελήφθησαν είτε η baseline της 1ης συνεδρίας, είτε η baseline της 2ης συνεδρίας, είτε η κατάσταση ασφαλείας που παρεμβάλλεται των καταστάσεων απειλής στο κύριο μέρος της 2ης συνεδρίας. Ανάλογες διαδικασίες εφαρμόσθηκαν και για την ανάλυση του εύρους του Ρ100. Για την διερεύνηση του ρόλου του χαρακτηρολογικού και καταστασιακού άγχους έγιναν διερευνητικές συσχετίσεις (Pearson’s correlations) μεταξύ των σκορ στα ερωτηματολόγια STAI-Trait και STAI-State από την μία και των τιμών του Ρ100 (χρόνοι απόκρισης και εύρος) στις διάφορες συνθήκες (baseline της 1ης συνεδρίας, baseline της 2ης (κυρίως) συνεδρίας, παρεμβαλλόμενη κατάσταση ασφαλείας, κατάσταση απειλής) από την άλλη. Τις διερευνητικές αυτές συσχετίσεις ακολούθησε γραμμική ανάλυση παλινδρόμησης. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε ισχυρή επίδραση του contrast στο χρόνο απόκρισης όλων των εξεταζομένων. Αύξηση του contrast έχει ως αποτέλεσμα μείωση του χρόνου απόκρισης. Αντίθετα, δεν βρέθηκε ομαλή διαφοροποίηση του πλάτους απόκρισης σε διαφορετικά επίπεδα contrast, γεγονός που επιβεβαιώνει τη μικρή ευαισθησία των VEPs σε αλλαγές πλάτους απόκρισης. Τέλος, χρησιμοποιώντας τους μέσους όρους των πραγματικών τιμών όλων των εξεταζομένων, παρατηρήθηκε ότι η συσχέτιση χρόνου απόκρισης με contrast γίνεται με διαφορετικό τρόπο για contrast > 10% από ότι για < 10%. Οι καταγραφές των Pattern Reversal VEPs έδειξαν ισχυρή εξάρτηση του χρόνου απόκρισης της Ρ100 από το contrast του ερεθίσματος και στις δύο τιμές γωνιακού μεγέθους τετραγώνων, και το ίδιο βρέθηκε και για το πλάτος της απόκρισης. Ενώ αποδείχθηκε στατιστικά σημαντικό το μέγεθος του ερεθίσματος στη μεταβολή του χρόνου απόκρισης, δεν συνέβη το ίδιο και με το πλάτος της απόκρισης. Το γεγονός αυτό επιτρέπει τη χρήση των Pattern Reversal στην κλινική πράξη, καθώς το πλάτος απόκρισης δεν εμφανίζει διακυμάνσεις ανάμεσα στους εξεταζομένους. Όσον αφορά το δεύτερο μέρος πειραμάτων, βρέθηκε ότι ο χρόνος απόκρισης του Ρ100 ήταν μειωμένος στην κατάσταση απειλής σε σχέση με την baseline και για τα δύο contrasts, αλλά αυτό το φαινόμενο ήταν πολύ πιο εμφανές για το εντονότερο contrast και μάλιστα για τα λιγότερο αγχώδη άτομα. Επίσης, τα πιο αγχώδη άτομα παρουσίασαν σημαντικά βραδύτερους χρόνους αντίδρασης από τα λιγότερο αγχώδη. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η αλλαγή στην κλίση της καμπύλης συσχέτισης του χρόνου απόκρισης Ρ100 με το contrast (για τιμές < 10% και >10%) πιθανόν οφείλεται στην αυξημένη ευαισθησία των Magno νευρώνων της οπτικής οδού, σε σχέση με τους Parvo νευρώνες για τις συγκεκριμένες τιμές χωρικής συχνότητας του ερεθίσματος και του χρόνου προβολής του, όπως έχει αποδειχθεί από νευροφυσιολογικές έρευνες. Τα ευρήματα σχετικά με την συμπεριφορά των VEPs σε συνθήκες απειλής είναι σημαντικά διότι δείχνουν ότι η γρήγορη επεξεργασία της αισθητικής πληροφορίας είναι ένας βιολογικά χρήσιμος μηχανισμός που βοηθά άτομα με λίγο ή κανονικό άγχος, να αντιλαμβάνονται και να προσέχουν καλύτερα τα εξωτερικά ερεθίσματα, όταν τα άτομα χρειάζεται να ανταπεξέρχονται έναν κίνδυνο. Βρέθηκε ότι αυτός ο μηχανισμός δεν λειτουργεί με την ίδια αποτελεσματικότητα σε πολύ αγχώδη άτομα. Αυτό μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα: Είτε η αναποτελεσματικότητα αυτού του μηχανισμού είναι πρωτογενής και βρίσκεται στην ρίζα του άγχους που βιώνουν τα πολύ αγχώδη άτομα, είτε πρόκειται για προσαρμοστική αντίδραση του αγχώδους οργανισμού. Τα παραπάνω συμβάλλουν στην κατανόηση της φυσιολογικής διακύμανσης στον χρόνο απόκρισης του Ρ100 στα φυσιολογικά άτομα, ένα εύρημα που μπορεί να έχει σημαντικές μεθοδολογικές συνέπειες στην μέλλουσα κλινική και πειραματική καταγραφή των Οπτικών Προκλητών Δυναμικών.
Ημερομηνία έκδοσης 2006-03-01
Ημερομηνία διάθεσης 2006-11-23
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
  Τύπος Εργασίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
Εμφανίσεις 42

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 7