Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Μελέτη για τη διατήρηση της επίκτητης αντοχής στα φάρμακα του πρωτόζωου, παράσιτου Leishmania, μετά από πέρασμα σε ανθρώπινα κύτταρα της σειράς THP-1.  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Τίτλος Μελέτη για τη διατήρηση της επίκτητης αντοχής στα φάρμακα του πρωτόζωου, παράσιτου Leishmania, μετά από πέρασμα σε ανθρώπινα κύτταρα της σειράς THP-1.
Άλλος τίτλος Can the acquired drug resistance, of the protozoan parasite Leishmania, be maintained after passage in macrophages of the human cell line THP-1?
Συγγραφέας Κανελλόπουλος, Παναγιώτης
Σύμβουλος διατριβής Κατερινόπουλος, Χαράλαμπος
Μέλος κριτικής επιτροπής Αντωνίου, Μαρία
Περίληψη Η Leishmania είναι μαστιγοφόρο πρωτόζωο, που ανήκει στην οικογένεια των τρυπανοσωμάτων. Προκαλεί σοβαρή νόσο σε ανθρώπους και σκύλους, τη λεϊσμανίαση που μεταδίδεται με το τσίμπημα μικρών εντόμων, των φλεβοτόμων (σκνίπες). Το παράσιτο παρουσιάζει δυο μορφές, μια ευκίνητη, εξωκυττάρια, επιμήκη μορφή με μαστίγιο, την προμαστιγωτή, που συναντάται μέσα στα έντομα που τη μεταφέρουν, και μια σφαιρική, ενδοκυττάρια, που συναντάται στους ξενιστές (άνθρωπος και άλλα θηλαστικά), την αμαστιγωτή. Η τελευταία παρασιτεί τα κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος. Μορφολογικά, όλα τα είδη Leishmania είναι πανομοιότυπα και διαφέρουν μεταξύ τους σε μοριακό επίπεδο. Η σκνίπα μολύνεται με το τσίμπημα ενός μολυσμένου ξενιστή-παρακαταθήκη, με την κατάποση των μολυσμένων, με αμαστιγώτες μορφές, μακροφάγων που βρίσκονται στο αίμα. Στο έντερο της σκνίπας το παράσιτο διαφοροποιείται στην προμαστιγωτή μορφή, η οποία πολλαπλασιάζεται και ωριμάζει μέσα σε διάστημα 7 ημερών (ανάλογα με τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος). Στη συνέχεια, οι προμαστιγώτες μορφές (ή τα προμαστιγωτά), μεταναστεύουν και φράζουν το φάρυγγα της σκνίπας. Έτσι, η σκνίπα, με το επόμενο γεύμα αίματος θα μεταδώσει τα παράσιτα στον επόμενο ξενιστή. Τα προμαστιγωτά εισέρχονται στον ξενιστή από την πληγή, φαγοκυτταρώνονται από τα μακροφάγα, μετατρέπονται στην αμαστιγωτή μορφή και πολλαπλασιάζονται, ολοκληρώνοντας τον κύκλο ζωής του παρασίτου. Η λεϊσμανίαση διακρίνεται σε τρεις βασικούς τύπους: 1. Σπλαχνική (ΣΑ) 2. Δερματική (ΔΑ) 3. Βλενοδερματική (ΒΔΑ) Η Leishmania απαντιέται σε 98 χώρες παγκοσμίως. Ενώ στη Μεσόγειο απαντώνται τέσσερα είδη Leishmania που προκαλούν τις δυο πρώτες μορφές της ασθένειας, ΣΑ και ΔΑ. Στη ΔΑ, παρατηρείται ένα χαρακτηριστικό έλκος το οποίο αυτοϊάτε εντός δώδεκα μηνών αν δεν υπάρξουν επιπλοκές επιμολύνσεων. Η ΣΑ είναι σοβαρή νόσος και μπορεί να είναι θανατηφόρα αν δεν δοθεί έγκαιρα θεραπεία. Τα συμπτώματα είναι επιμένων πυρετός, αδιαθεσία, προοδευτική απώλεια βάρους, αναιμία και ηπατο-σπληνομεγαλία. Τα είδη που συναντάμε στην Μεσόγειο είναι τα: 1. L. infantum, που προκαλέι τόσο ΣΑ όσο και ΔΑ και είναι το πιο συγχνά απαντόμενο είδος στη χώρα μας και στη Μεσόγειο 2. L. tropica, που απαντάται στη βόριο Αφρική, τη Μέση Ανατολή, την Ελλάδα και την Τουρκία και προκαλεί ΔΑ 3. L. major, που απαντάνται στη βόριο Αφρική και τη Μέση Ανατολή και προκαλεί ΔΑ 4. L. donovani, η οποία προσφάτως εμφανίστηκε στην Κύπρο και προκαλεί τόσο ΣΑ όσο και ΔΑ Το παράσιτο παρουσιάζει έναν ιδιαίτερο μηχανισμό αντοχής στα φάρμακα, ο οποίος περιλαμβάνει διάφορες πρωτεΐνες, με κύριο ρόλο να έχουν πρωτεΐνες που ανήκουν στην υπεροικογένεια των ABC διαβιβαστών οι οποίες είναι υπεύθυνες για τη διαμεμβρανική μεταφορά ενός μεγάλου αριθμού μορίων. Οι ουσίες δεσμεύονται από τη διαμεμβρανική πρωτεΐνη, την Ρ-γλυκοπρωτεϊνη 170 KDa (Pgp 170 KDa), η οποία, ουσιαστικά, είναι μια αντλία που λειτουργεί με τη χρήση μορίων ΑΤΡ και η οποία απομακρύνει τις τοξικές ουσίες, τις φθορίζουσες χρωστικές και τους αναστολείς των καναλιών ασβεστίου από το εσωτερικό του κυττάρου, με αποτέλεσμα τη μείωση της συγκέντρωσης των φαρμάκων στο κυτταρόπλασμα και την επιβίωση του παρασίτου. Η πρωτεΐνη αυτή ενέχεται στο φαινόμενο της πολλαπλής αντοχής στα φάρμακα MDR (multidrug resistance), φαινόμενο το οποίο παρουσιάζεται και σε άλλα πρωτόζωα παράσιτα αλλά και στα ανθρώπινα καρκινικά κύτταρα . Η αντοχή του παρασίτου στα φάρμακα έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την ύπαρξη της πρωτείνης αυτής στη μεμβράνη του παρασίτου και κατ' επέκταση με το βαθμό έκφρασης του γονιδίου MDR το οποίο την κωδικοποιεί. Σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση του φαινομένου MDR παίζουν ουσίες οι οποίες δρουν ως αναστολείς των αντλιών, όπως είναι το Verapamil hydrochloride. Κύρια φάρμακα πρώτης γραμμής που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της σπλαχνικής λεϊσμανίασης είναι τα άλατα του αντιμονίου, με το Meglumine antimoniate, τη δραστική ουσία του Glucantime, να είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα. Χρησιμοποιείται τα τελευταία 60 χρόνια για τη θεραπεία της νόσου με αποτέλεσμα το παράσιτο να έχει αναπτύξει αντοχή σε αυτό καθιστώντας το σε ορισμένες περιπτώσεις αναποτελεσματικό Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μια έξαρση των κρουσμάτων λεϊσμανίασης τόσο σε ανθρώπους, όσο και σε ζώα, κυρίως σκύλους, στην κεντρική και νότια Ευρώπη. Καθώς και αύξηση των κρουσμάτων διπλής μόλυνσης HIV-Leishmania, σε ασθενείς, στους οποίους το παράσιτο βρίσκει πρόσφορο έδαφος να ανατηχθεί (σαν ευκαιριακό παράσιτο που είναι) καθότι οι ασθενείς είναι ανοσοκατασταλμένοι. Έχει παρατηρηθεί μετατόπιση των κρουσμάτων και σε βορειότερες περιοχές (κεντρική Ευρώπη) και η λεϊσμανίαση δεν θεωρείται πια μια τροπική-υποτροπική ασθένεια. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την αντοχή που παρουσιάζουν τα διάφορα στελέχη της Leishmania στο κύριο φάρμακο αντιμετώπισης της, τα άλατα του αντιμονίου, καθιστούν εξαιρετικής σημασίας τη μελέτη της μεταβολής της αντοχής του πρωτόζωου παρασίτου Leishmania στα φάρμακα κατά τις διάφορες φάσεις του κύκλου ζωής του όσο και της μολυσματικότητας του. Δηλαδή, η ικανότητα του παρασίτου να μολύνει τα ανθρώπινα κύτταρα (ως ποσοστό των μολυσμένων κυττάρων, αλλά και ως μέσος όρος παρασίτων ανά μολυσμένο κύτταρο, δηλαδή την ικανότητά τους να επιβιώσουν μέσα στο κύτταρο και να αναπαραχθούν). Η αντοχή της Leishmania στα φάρμακα καθώς και η μολυσματικότητα της είναι δυο μεγέθη τα οποία είναι άμεσα συνδεδεμένα τόσο με το κατά πόσο είναι αποτελεσματική η θεραπεία όσο και με την δυνατότητα αναζωπύρωσης της νόσου μετά τη θεραπεία.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Flow cytometry
Infantum
Infectiousness
Επίκτητη
Κυτταρομετρία ροής
Μολυσματικότητα
Ημερομηνία έκδοσης 2014-03-28
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών--Τμήμα Χημείας--Πτυχιακές εργασίες
  Τύπος Εργασίας--Πτυχιακές εργασίες
Εμφανίσεις 77

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 13