Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Η διαφοροποίηση του γένους mastus (gastropoda, pulmonata, buliminidae) στον ελλαδικό χώρο. Μια συγκριτική μελέτη με μεθόδους οικολογίας, μορφομετρίας και μοριακής ανάλυσης  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου uch.biology.phd//2003parmakelis
Τίτλος Η διαφοροποίηση του γένους mastus (gastropoda, pulmonata, buliminidae) στον ελλαδικό χώρο. Μια συγκριτική μελέτη με μεθόδους οικολογίας, μορφομετρίας και μοριακής ανάλυσης
Άλλος τίτλος The differentiation of the genus mastus (gastropoda, pulmonata, buliminidae) in the hellenic region. A comparative approach with methods of ecology, morphometry and molecular analyses
Συγγραφέας Παρμακέλης, Αριστείδης
Σύμβουλος διατριβής Μυλωνάς, Μωυσής
Περίληψη Το γένος Mastus ανήκει στα γένη των χερσαίων σαλιγκαριών που κατανέμονται στην περιοχή του Αιγαίου και εμφανίζει πολύ μεγάλο βαθμό μορφολογικής διαφοροποίησης (κέλυφος και αναπαραγωγικό σύστημα), σε αντίθεση με τη μονομορφικότητα που εμφανίζει στις υπόλοιπες περιοχές της κατανομής του. Το γεγονός αυτό, από τη μια πλευρά οδηγεί σε σύγχυση σε ότι αφορά τον πραγματικό αριθμό των τάξων που κατανέμονται στo χώρο του Αιγαίου, αφού ανάλογα με τους χαρακτήρες που θα χρησιμοποιηθούν στη συστηματική του γένους ο αριθμός αυτός μεταβάλλεται, αλλά από την άλλη εγείρει ερωτήματα όπως ποιοι εξελικτικοί μηχανισμοί ευθύνονται για την υψηλή μορφολογική διαφοροποίηση ή ποιοι μορφολογικοί χαρακτήρες, αξιολογούμενοι στη βάση μιας μοριακής φυλογένεσης, αντανακλούν τις σχέσεις των μελετούμενων τάξων; Συνοπτικά λοιπόν, η αναζήτηση των εξελικτικών μηχανισμών που ώθησαν τους αντιπροσώπους του γένους Mastus προς έντονη μορφολογική διαφοροποίηση στην περιοχή του Αιγαίου, αποτελεί το βασικό στόχο της παρούσας διατριβής. Όμως εδώ πρέπει να αναφέρουε ότι αυτό το γένος προσεγγίζεται για πρώτη φορά με τη χρήση μοριακών τεχνικών και ως εκ τούτου το άλλο βασικό ερώτημα το οποίο προσεγγίζεται αφορά στο κατά πόσο η μορφολογική διαφοροποίηση συνοδεύεται και από αντίστοιχη μοριακή διαφοροποίηση. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ιδιαίτερα σημαντική για την παραπέρα διερεύνηση των φυλογενετικών σχέσεων. Παράλληλα, στα πλαίσια της αντιμετώπισης της προβληματικής συστηματικής του γένους, γίνεται αξιολόγηση των μορφολογικών χαρακτήρων στη βάση της μοριακής φυλογένεσης των τάξων, ενώ εκτιμάται και η δυνατότητα τόσο των μορφολογικών χαρακτήρων όσο και των μοριακών να απαντήσουν συγκεκριμένα ερωτήματα. Τα ερωτήματα αυτά ποικίλουν και μπορεί για παράδειγμα να είναι η σημασία της φυσικής επιλογής στη σημερινή εικόνα των πληθυσμών ή αν φαινόμενα όπως η φυσική επιλογή, η τυχαία απόκλιση και η ιστορία της περιοχής μελέτης, δρουν με τρόπο ενιαίο και μονότονο τόσο στο χώρο και στο χρόνο όσο και στα διάφορα επίπεδα διαφοροποίησης (μορφολογία, γονιδίωμα). Συνδέοντας τα δεδομένα από τη κλασσική και τη μοριακή προσέγγιση, εξετάζεται η συμφωνία των σχέσεων των πληθυσμών με την παλαιογεωγραφία της περιοχής μελέτης, σε μια προσπάθεια να διαμορφωθούν τα βιογεωγραφικά σενάρια που καθόρισαν τις κατανομές των σύγχρονων ειδών του γένους. Χρησιμοποιώντας τη φυλογένεση με βάση το μιτοχονδριακό και τους πυρηνικούς σημαντές ως σημείο αναφοράς, γίνεται προσπάθεια να γίνει κατανοητό το πρότυπο ειδογένεσης, αλλά και διαφοροποίησης των πληθυσμών, αν δηλαδή υπήρξε μια μορφή διασπαρτικής ή πλησιόχωρης διαφοροποίησης τους. Στη προσπάθεια λοιπόν, να προσεγγιστεί ο στόχος και να απαντηθούν τα ερωτήματα που τέθηκαν παραπάνω, στο 3ο κεφάλαιο της διατριβής επιστρατεύονται οι κλασικές μέθοδοι όπως είναι οι πολυμεταβλητές αναλύσεις των διάφορων μετρήσιμων χαρακτηριστικών του κελύφους. Συνολικά μελετήθηκαν 51 πληθυσμοί (23 είδη) Mastus εκ των οποίων δυο προερχόταν από νησιά των Κυκλάδων και συγκεκριμένα από την Πάρο και την Σύρο, δυο από τη Σκύρο, ένας από την Εύβοια, δυο από τα Αντικύθηρα, ένας από την Κάρπαθο, ένας από τη Σάμο, ένας από τη Λέσβο, ένας από την Ικαρία, ενώ συμπεριλήφθηκε και ένας πληθυσμός Mastus προερχόμενος από τη Σικελία. Οι υπόλοιποι 39 πληθυσμοί ήταν από την Κρήτη και τα δορυφορικά της νησιωτικά συγκροτήματα Κουφονήσι και Διονυσάδες. Αρκετά είδη, εκπροσωπήθηκαν στη μελέτη με περισσότερους του ενός πληθυσμούς, ενώ η πλειοψηφία των ειδών εκπροσωπήθηκε με τον τυπικό τους πληθυσμό, προκειμένου να αποφευχθεί ο σκόπελος των λανθασμένων προσδιορισμών. Οι κελυφικές μεταβλητές που μετρήθηκαν ήταν 16 και το πλήθος των κελυφών ανερχόταν στα 1,060. Οι πολυμεταβλητές αναλύσεις που έγιναν ήταν η Ανάλυση Κύριων Συνιστωσών, η Ανάλυση Κανονικών Μεταβλητών και η Ιεράρχηση Ομάδων. Βασικό συμπέρασμα αυτής της προσέγγισης ήταν ότι, ο μεγάλος βαθμός ομοπλασίας στην κελυφική μορφολογία, αποτελεί ένα βασικό ανασταλτικό παράγοντα για τη φυλογενετική βαρύτητα του χαρακτήρα κέλυφος, ενώ το ίδιο ανασταλτικά δρα και το γεωγραφικό πρότυπο διαφοροποίησης που οι πληθυσμοί του ιδίου είδους εμφανίζουν. Συνεπακόλουθα, η χρήση των κελυφικών χαρακτηριστικών στην ταξινόμηση των πληθυσμών του γένους, πιθανότατα θα οδηγεί σε ομαδοποιήσεις που θα απέχουν αρκετά από τις πραγματικές φυλογενετικές σχέσεις των μελετούμενων τάξων. Στο 4ο κεφάλαιο όπου ακολουθείται μια περισσότερο σύγχρονη προσέγγιση, όπως είναι η φυλογένεση με χρήση μιτοχονδριακών και πυρηνικών σημαντών, δίδεται απάντηση σε μια σειρά από βασικά ερωτήματα. Οι πληθυσμοί που μελετήθηκαν σε αυτό το κεφάλαιο είναι οι ίδιοι που προσεγγίστηκαν και στο κεφάλαιο της μορφομετρικής ανάλυσης του κελύφους. Οι μοριακοί δείκτες που χρησιμοποιήθηκαν για τις φυλογενετικές αναλύσεις ήταν το μιτοχονδριακό γονίδιο 16S rRNA και τα πυρηνικά ριβοσωμικά γονίδια 5.8S, ITS2 και 28S. Συνολικά χρησιμοποιήθηκαν οι αλληλουχίες 121 ατόμων για το μιτοχονδριακό γονίδιο και 46 ατόμων για τα πυρηνικά γονίδια. Οι φυλογενετικές αναλύσεις που εφαρμόστηκαν ήταν η μέθοδος της Neighbor-Joining, η μέθοδος της Μέγιστης Φειδωλότητας και η μέθοδος της Μέγιστης Πιθανοφάνειας. Μεταξύ άλλων, ένα βασικό συμπέρασμα του 4ου κεφάλαιου είναι ότι το επίπεδο διαφοροποίησης των μιτοχονδριακών απλοτύπων είναι αρκετό για να διερευνηθούν οι σχέσεις πληθυσμών που έχουν διαφοροποιηθεί σχετικά πρόσφατα, ενώ οι απλότυποι των πυρηνικών γονιδίων που χρησιμοποιήθηκαν είναι κατάλληλοι για τη διερεύνηση των σχέσεων εξελικτικών κλάδων που έχουν διαχωριστεί αρκετά παλιότερα. Επιπρόσθετα, τα φυλογενετικά δένδρα που προκύπτουν συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό με τη παλαιογωγραφία της περιοχής και επιτρέπουν τη διαμόρφωση της υπόθεσης ότι το γένος διαφοροποιείται στο Αιγαίο τουλάχιστο από το Μειόκαινο. Παράλληλα, τα φυλογενετικά δένδρα υποδεικνύουν τη μορφολογία του αναπαραγωγικού και του σπερματοφόρου ως τους πιο αξιόπιστους ταξινομικούς χαρακτήρες από αυτούς που έχουν χρησιμοποιηθεί μέχρι σήμερα για το γένος. Από τα αποτελέσματα των νησιωτικών συγκροτημάτων που μετέχουν στην ανάλυση, διαπιστώθηκε ότι ο νησιωτισμός δεν έχει προδιαγεγραμμένη επίδραση επάνω στη μορφολογική και γενετική διαφοροποίηση των πληθυσμών. Αντίθετα, φάνηκε ότι η τελική εικόνα των νησιωτικών πληθυσμών είναι προϊόν μιας σύνθετης συνάρτησης της οποίας συντελεστές είναι τα αβιοτικά χαρακτηριστικά που επικρατούν στα νησιά, οι σχέσεις των νησιών μεταξύ τους (χρόνος απομόνωσης), η οικολογία και βιολογία των εξεταζόμενων ειδών, αλλά και η παρουσία του ανθρώπου στην περιοχή. Τέλος, στο 2ο κεφάλαιο εξετάζεται η δομή των πληθυσμών, η δυνατότητα ενεργητικής διασποράς, η χωροδιάταξη, η προτίμηση ενδιαιτήματος και οι πυκνότητες αντιπροσώπων του γένους Mastus. Η μελέτη έγινε σε μια περιοχή 10Km ανατολικά της πόλης του Ηρακλείου, στην οποία απαντώνται σε συμπατρία τα είδη M. cretensis και M. butoti. Η διάρκεια της μελέτης ήταν τρία χρόνια και οι τεχνικές πεδίου που εφαρμόστηκαν ήταν αυτή της σήμανσης- επανασύλληψης και αυτή των τυχαίων τετραγώνων. Συνολικά σημάνθηκαν 321 άτομα M. cretensis και 456 άτομα M. butoti. Ένα από τα βασικά συμπεράσματα στα οποία καταλήγει το 2ο κεφάλαιο είναι ότι οι πληθυσμοί του Mastus ακολουθούν το πρότυπο των δομημένων οργανισμών των χερσαίων σαλιγκαριών, επιδεικνύοντας πολύ μικρή τάση για μετακίνηση, αρκετά χαμηλές πυκνότητες και μικρή τάση συνάθροισης στο χώρο. Φαίνεται λοιπόν, ότι η παμμιξία στους πληθυσμούς Mastus περιορίζεται στα όρια πολύ μικρών δήμων και φαινόμενα όπως η απομόνωση λόγω απόστασης ίσως έχουν τον κυρίαρχο ρόλο στη μορφολογική και γενετική διαφοροποίηση των πληθυσμών. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτού του κεφαλαίου σε συνδυασμό με αυτά του 4ου, αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι σημαντική επίδραση στη γενετική ποικιλότητα των πληθυσμών ενδέχεται να έχουν και ορισμένες στρατηγικές ζωής που τα διάφορα είδη ακολουθούν κατά την αναπαραγωγή τους και τη διάπαυση τους. Παράλληλα, με βάση τις παρατηρήσεις στο πεδίο, διαφάνηκε η τάση των ατόμων των δυο συμπάτριων ειδών Mastus να προτιμούν συγκεκριμένα ενδιαιτήματα τα οποία μάλιστα είναι διαφορετικά κατά την δραστήρια περίοδο και την περίοδο διαθέρισης. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε ότι δεν επικρατεί κάποια μορφή ανταγωνισμού μεταξύ των δυο ειδών Mastus.
Φυσική περιγραφή 398 σ. : εικ. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Ημερομηνία έκδοσης 2003-11-29
Ημερομηνία διάθεσης 2004-01-16
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών--Τμήμα Βιολογίας--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 68

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 22