Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Εκτίμηση ποσότητας και κατανομής λιπώδους ιστού με απορροφησιομετρία ακτίνων Χ (DXA) και υπολογιστική τομογραφία (CT) : μετρήσεις σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο και βελτιστοποίηση της δόσης ακτινοβολίας  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000398130
Τίτλος Εκτίμηση ποσότητας και κατανομής λιπώδους ιστού με απορροφησιομετρία ακτίνων Χ (DXA) και υπολογιστική τομογραφία (CT) : μετρήσεις σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο και βελτιστοποίηση της δόσης ακτινοβολίας
Συγγραφέας Μανιός, Γεώργιος Εμμ.
Σύμβουλος διατριβής Δαμηλάκης, Ιωάννης
Μέλος κριτικής επιτροπής Περυσινάκης, Κων/νος
Σημαντηράκης, Εμμανουήλ
Περίληψη Η στεφανιαία νόσος (ΣΝ) αποτελεί το κύριο καρδιαγγειακό νόσημα και μια από τις σημαντικότερες αιτίες θνησιμότητας και νοσηρότητας, αντιπροσωπεύοντας το 20% του συνόλου των ετήσιων θανάτων στην Ευρώπη. Σε πολλές χώρες, η εφαρμογή πολιτικών πρόληψης έχει οδηγήσει σε μείωση των ποσοστών θνησιμότητας της ΣΝ μέσω του ελέγχου των προδιαθεσικών της παραγόντων. Η παχυσαρκία, ωστόσο, φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση στην τάση αυτή, καθώς παρουσιάζει μια σταθερή αύξηση σε παγκόσμιο επίπεδο τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Ως εκ τούτου, ο εντοπισμός και η κατάλληλη διαχείριση των ατόμων εκείνων που βρίσκονται σε μεγαλύτερο καρδιαγγειακό κίνδυνο, όσον αφορά την παχυσαρκία, είναι μεγάλης σημασίας. Στην κλινική πράξη, η παχυσαρκία συνήθως εκτιμάται με απλές ανθρωπομετρικές μετρήσεις όπως ο δείκτης μάζας σώματος (BMI) και η περίμετρος μέσης (ΠΜ). Ωστόσο ο ΒΜΙ και η ΠΜ, είναι έμμεσοι δείκτες της παχυσαρκίας, δεν παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την περιφερειακή και τη συνολική κατανομή του σωματικού λίπους και δεν λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές στην ηλικία, το φύλο και τη φυλή. Ως εκ τούτου, άτομα με παραπλήσιους ανθρωπομετρικούς δείκτες είναι δυνατόν να παρουσιάζουν διαφορετικές ποσότητες ολικής και τοπικής εναπόθεσης λιπώδους ιστού. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι ο BMI και η ΠΜ μπορούν να διακρίνουν τα παχύσαρκα άτομα ενός πληθυσμού, αδυνατούν να προσδιορίσουν αποτελεσματικά τα άτομα που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για στεφανιαία νόσο. Η ποσότητα και η κατανομή του λιπώδους ιστού μπορεί να προσδιοριστεί και με τη χρήση προηγμένων απεικονιστικών τεχνικών όπως η Υπολογιστική Τομογραφία (CT) και η Απορροφησιομετρία Ακτίνων Χ δυο Ενεργειών (DXA). Οι εικόνες υπολογιστικής τομογραφίας έχουν χρησιμοποιηθεί εκτενώς στην κλινική πράξη για τη μέτρηση του όγκου ιστών και οργάνων. Η τεχνική της πλανιμετρίας, η οποία βασίζεται στη δια χειρός σκιαγράφηση των ορίων μιας περιοχής ενδιαφέροντος σε μια τομογραφική εικόνα, θεωρείται σήμερα ως η μέθοδος αναφοράς στις μετρήσεις σύστασης σώματος με υπολογιστική τομογραφία. Ωστόσο, η τεχνική της πλανιμετρίας προϋποθέτει αυξημένη παρέμβαση του χρήστη και επομένως είναι ιδιαιτέρως χρονοβόρα. Η στερεολογία είναι μια μέθοδος που βασίζεται στη μαθηματική αρχή Cavalieri και έχει χρησιμοποιηθεί επιτυχώς σε εικόνες CT για την εκτίμηση του όγκου του πνεύμονα, της ουροδόχου κύστεως, της καρδιάς και της ενδοκρανιακής κοιλότητας. Σκοπός του πρώτου μέρους της εργασίας ήταν η εφαρμογή των αρχών της στερεολογίας στην ανάπτυξη, βελτιστοποίηση και αξιολόγηση μιας νέας, αποτελεσματικής μεθόδου υπολογισμού του κοιλιακού λίπους - υποδόριου και σπλαχνικού. Χρησιμοποιήθηκαν οι τομογραφικές εικόνες από εξετάσεις CT άνω και κάτω κοιλίας 14 διαδοχικών ασθενών και έγιναν μετρήσεις του όγκου του λιπώδους ιστού αρχικά με την τεχνική της πλανιμετρίας, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως μέθοδος αναφοράς. Στις ίδιες εικόνες έγιναν μετρήσεις όγκου και με διάφορες στερεολογικές προσεγγίσεις με σκοπό τη βελτιστοποίηση της στερεολογικής μεθόδου. Η στερεολογία παρέχει τη δυνατότητα για βελτιστοποίηση των μετρήσεων της, μέσω της τροποποίησης του αριθμού των επιλεγμένων σημείων ελέγχου και του τύπου δείγματος. Μετρήσεις λιπώδους ιστού έγιναν με τους τύπους δείγματος 1/5, 1/6, 1/8, 1/10 και 1/12, σε συνδυασμό με 100 και 200 σημεία ελέγχου. Συνοπτικά, τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η βέλτιστη στερεολογική προσέγγιση για τη μέτρηση του σπλαχνικού και υποδόριου κοιλιακού λιπώδους ιστού είναι ο τύπος δείγματος 1/8 σε συνδυασμό με 200 σημεία ελέγχου. Η βελτιστοποιημένη στερεολογία σε συνδυασμό με την τεχνική καταμέτρησης σημείων, μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία σε εικόνες CT για την άμεση εκτίμηση του όγκου του κοιλιακού λίπους μειώνοντας αποτελεσματικά το χρόνο μέτρησης και παρέχοντας ακριβείς μετρήσεις σε σύγκριση με την μέθοδο αναφοράς της πλανιμετρίας. Η απορροφησιομετρία ακτίνων Χ δυο ενεργειών είναι μια τεχνική, η οποία χρησιμοποιείται ευρέως για τον έλεγχο της οστεοπόρωσης ιδιαίτερα στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, με τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας. Οι σαρώσεις DXA, εκτός από την οστική πυκνότητα, μπορούν επίσης να μετρήσουν με μεγάλη ακρίβεια, τη μάζα του λιπώδους ιστού σε ολόκληρο το σώμα και σε προκαθορισμένες ανατομικές περιοχές, παρέχοντας πληροφορίες για την τοπική κατανομή του λίπους. Ο στόχος του δεύτερου μέρους της μελέτης ήταν η εκτίμηση της συνολικής και τοπικής παχυσαρκίας, χρησιμοποιώντας δείκτες μετρούμενους με DXA σε ένα πληθυσμό από μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και η αξιολόγηση της ικανότητας των δεικτών αυτών να διακρίνουν τη στεφανιαία νόσο. Ακόμη, έγινε σύγκρισή τους με τους ευρέως χρησιμοποιούμενους ανθρωπομετρικούς δείκτες ΒΜΙ και ΠΜ. Πραγματοποιήθηκαν ολόσωμες σαρώσεις DXA και κατόπιν μετρήθηκαν οι δείκτες ΒΜΙ και ΠΜ σε πληθυσμό 71 μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών. Η μελέτη ήταν τύπου caseicontrol και ασθενείς θεωρήθηκαν 24 γυναίκες με αποδεδειγμένη στεφανιαία νόσο διαγνωσμένη με σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου (MPI). Ως ομάδα ελέγχου επιλέχθηκαν 47 άτομα με φυσιολογικά αποτελέσματα MPI. Τα αποτελέσματα του δεύτερου μέρους έδειξαν ότι οι δείκτες παχυσαρκίας από τις ολόσωμες σαρώσεις DXA έχουν την ικανότητα να διαχωρίσουν τις ασθενείς με στεφανιαία νόσο από τις υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και επιπλέον επιβεβαίωσαν την υπόθεση ότι βασικός προδιαθεσικός παράγοντας για την εμφάνιση στεφανιαίας νόσου είναι η κεντρική παχυσαρκία. Το παραπάνω συμπέρασμα δίνει το έναυσμα για περαιτέρω μελέτη ώστε να αξιολογηθεί σε μεγαλύτερο βάθος η πιθανή διαγνωστική αξία των ολόσωμων σαρώσεων, δεδομένου ότι μεγάλος αριθμός γυναικών, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση, υποβάλλεται σε εξετάσεις DXA για την διάγνωση και την παρακολούθηση της οστεοπόρωσης.
Φυσική περιγραφή 174 σ. : πίν. εικ..(μερικ. εγχ.) ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Computed tomography
Stereology Coronary heart disease
Ημερομηνία έκδοσης 2016-03-24
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 77

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Δεν έχετε δικαιώματα για να δείτε το έγγραφο.
Δεν θα είναι διαθέσιμο έως: 2019-03-24