Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Η χρήση των νεοτέρων διφωσφονικών (Alendronate) στη θεραπεία και πρόληψη της οστεοπόρωσης  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου uch.med.phd//2003papakitsou
Τίτλος Η χρήση των νεοτέρων διφωσφονικών (Alendronate) στη θεραπεία και πρόληψη της οστεοπόρωσης
Συγγραφέας Παπακίτσου, Ευαγγελία Φ
Περίληψη Η αλενδρονάτη (ΑΛΝ) είναι ένα αμινοδιφωσφονικό άλας με ισχυρή αντιοστεοκλαστική δράση. H συνεχής χορήγηση ΑΛΝ από το στόμα σε απώτερα μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με χαμηλή οστική πυκνότητα, μειώνει το ρυθμό οστικής εναλλαγής [261] και προκαλεί σημαντική και προοδευτική [265] αύξηση της οστικής πυκνότητας (7,4-9,6% σε ΟΜΣΣ και 3,5-5,8% σε αυχένα μηριαίου σε 3 έτη [261,262,263,264]), με αποτέλεσμα να μειώνει κατά 50% περίπου [264,274] τον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να εκτιμήσει την επίδραση της αλενδρονάτης στον οστικό μεταβολισμό και στην πρόληψη της οστικής απώλειας κατά την άμεση μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο και στην πρόληψη της οστικής απώλειας που ακολουθεί ένα κάταγμα ισχίου σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Επιπλέον, με βάση τον τρόπο δράσης και τις ιδιότητες της αλενδρονάτης, υποθέσαμε ότι η διακεκομμένη χορήγηση από το στόμα πιθανόν να καταστέλλει ικανοποιητικά το ρυθμό οστικής εναλλαγής και να προφυλάσσει από την οστική απώλεια, ενώ παρέχει μικρότερη αθροιστική δόση. Έτσι μελετήσαμε τα αποτελέσματα ενός σχήματος διακεκομμένης χορήγησης 10mg ΑΛΝ καθημερινά για δύο μήνες και δύο μήνες χωρίς αγωγή εναλλάξ, στον οστικό μεταβολισμό και την οστική πυκνότητα μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών άμεσης και απώτερης εμμηνοπαυσιακής ηλικίας. Στη μελέτη αυτή η εκτίμηση του ρυθμού οστικής εναλλαγής έγινε με βιοχημικές μεθόδους και τη χρήση νεώτερων δεικτών σύνθεσης και αποδόμησης. Έτσι μελετήθηκε ο μετεμμηνοπαυσιακός οστικός μεταβολισμός και διερευνήθηκε η σχέση των οστικών δεικτών και του ισοζυγίου οστικής εναλλαγής με το σωματικό δείκτη (ΒΜΙ) μετά την εμμηνόπαυση. Ειδικότερα, αξιολογήθηκε ο ρόλος του ΒΜΙ ως παράγοντα που προδιαθέτει σε οστεοπόρωση και σε οστεοπορωτικά κατάγματα ισχίου. Για τους παραπάνω σκοπούς, μελετήθηκαν τα αποτελέσματα χορήγησης ΑΛΝ σε τρεις διαφορετικές ομάδες μετεμμηνοπαυσιακών (ΜΕΠ) γυναικών και παράλληλων μαρτύρων που διέφεραν μεταξύ τους ως προς την ηλικία και τη σοβαρότητα της οστικής απώλειας και άρα ως προς τις θεραπευτικές ανάγκες. Οι ομάδες αυτές ήταν: α) άμεσα μετεμηνοπαυσιακές γυναίκες (με τελευταία έμμηνο ρύση 6 μήνες έως 3 έτη πριν) με χαμηλή BMD (<-1,5SD σε T-score) στις οποίες στόχος της αγωγής είναι κυρίως η προστασία από την οστική απώλεια, β) σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (τελευταία έμμηνος ρύση >5 έτη πριν) με οστεοπόρωση (<-2,5 SD σε T-score) με στόχο την αύξηση της οστικής πυκνότητας και γ) σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με κάταγμα ισχίου που είναι οστεοπορωτικό κάταγμα και η παρουσία του αυξάνει επιπλέον τον κίνδυνο νέου οστεοπορωτικού κατάγματος. Αναλυτικά λοιπόν: Α) Σε 36 άμεσα ΜΕΠ γυναίκες με μέση ηλικία 49,28±3,5 έτη και χαμηλή BMD (<-1,5SD σε T-score) χορηγήθηκαν τυχαιοποιημένα 10mg ΑΛΝ καθημερινά συνεχώς και 500mg ασβεστίου καθημερινά είτε 10mg ΑΛΝ καθημερινά επί δύο μήνες και δύο μήνες χωρίς ΑΛΝ εναλλάξ και 500mg ασβεστίου καθημερινά είτε μόνον 500mg ασβεστίου καθημερινά (μάρτυρες), επί δύο χρόνια. Στην ομάδα που πήρε ΑΛΝ συνεχώς η ΒΜDΟΜΣΣ και BMDAM αυξήθηκε σημαντικά (3,93±1,86% (P=0,022) and 2,12±1,9% (Ρ=0,037), paired t-test αντίστοιχα) το 1ο έτος. Στην ομάδα διακεκομμένης χορήγησης μόνον η ΒΜDΟΜΣΣ αυξήθηκε στατιστικά σημαντικά σε σχέση με τους μάρτυρες (0,93±2,01% vs -1,94±1,73, P=0,042, ANOVA). Συνεχιζόμενη αύξηση κατά το 2ο έτος παρατηρήθηκε μόνον στην ΒΜDΟΜΣΣ της ομάδας συνεχούς χορήγησης (0,89±1,62%, Ρ=0,047 ANOVA). Η συνεχής χορήγηση οδήγησε σε σημαντική μείωση όλων των δεικτών οστικής εναλλαγής κατά 30-50% κατά το 12ο μήνα, ενώ αντίστοιχα η διακεκομμένη χορήγηση προκάλεσε σημαντική μείωση στα S-OC, U-DPD και U-NTX-I σε σχέση με τους μάρτυρες (Ρ<0,05, ANOVA). B) Σε 45 απώτερα μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με μέση ηλικία 64,35±6,2 έτη και οστεοπόρωση (BMD <-2,5SD σε T-score), χορηγήθηκαν 10mg ΑΛΝ καθημερινά συνεχώς και 500mg ασβεστίου καθημερινά είτε 10mg ΑΛΝ καθημερινά επί δύο μήνες και δύο μήνες χωρίς ΑΛΝ εναλλάξ και 500mg ασβεστίου καθημερινά είτε μόνον 500mg ασβεστίου καθημερινά (μάρτυρες), επί δύο χρόνια. Μετά από 2 έτη, η συνεχής χορήγηση ΑΛΝ προκάλεσε δραστική αύξηση στην BMDΟΜ και BMDΑΜ κατά 7,2±2,01% και 2,64±2,01% αντίστοιχα σε σύγκριση με τις αρχικές τιμές (paired t-test Ρ=0,0001). Η διακεκομμένη χορήγηση είχε σαν αποτέλεσμα αντίστοιχη αύξηση της BMDΟΜ κατά 5,02±3,6% (paired t-test Ρ=0,013) και προστασία από την οστική απώλεια και σταθεροποίηση στην περιοχή του ΑΜ (2,08±2,01%, paired t-test Ρ>0.05). Η συνεχής χορήγηση προκάλεσε άμεση (3ος μήνας) πτώση όλων των δεικτών οστικής εναλλαγής κατά 30-60% που εξακολούθησαν να είναι μειωμένοι σε σύγκριση με τις αρχικές τιμές και στο τέλος του 2ου έτους (Ρ<0,038, paired t-test).Κατά τη διακεκομμένη χορήγηση η μέγιστη μείωση στους δείκτες παρατηρήθηκε καθυστερημένα κατά το 12ο μήνα και στη μέτρηση του 2ου έτους οι περισσότεροι δείκτες δεν είχαν πια στατιστικά σημαντική μείωση. Γ) Σε 40 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρόσφατο κάταγμα ισχίου χορηγήθηκαν 10mg ΑΛΝ καθημερινά συνεχώς και 500mg ασβεστίου καθημερινά είτε 500mg ασβεστίου καθημερινά. Οι γυναίκες με κάταγμα ισχίου στις οποίες χορηγήθηκε αλενδρονάτη, απέφυγαν την οστική απώλεια και παρουσίασαν σημαντική αύξηση της BMDΟΜΣΣ κατά 3,2+/-0,8% (paired t-test P=0,02) σε σχέση με την αρχική. Η BMDΟΙ ήταν σημαντικά αυξημένη σε σύγκριση με τους μάρτυρες οι οποίοι εμφάνισαν μείωση της οστικής πυκνότητας -3,2±1,7% (P<0,018 t-test) στο ισχίο και -2,3+/-0,93% (Ρ<0,02 t-test) την ΟΜΣΣ. Δ) Σε 130 υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες διερευνήθηκε η σχέση του ΒΜΙ με τους δείκτες οστικής εναλλαγής, τους δείκτες οστικού ισοζυγίου και την οστική πυκνότητα. Η BMDFN (P<0,0001), η ηλικία (Ρ<0,0012) και η BMDSP (Ρ<0,001) σχετίζονταν θετικά με το ΒΜΙ ενώ τα επίπεδα S-PICP (Ρ=0,0017, R2=0,088) και η S-OC μετά από διόρθωση για την ηλικία (r=-0,185, P=0,048) εμφάνισαν αρνητική σημαντική συσχέτιση με το ΒΜΙ. Οι δείκτες οστικού ισοζυγίου zOC-zDPD, zPICP-zDPD, zPICP-zPYD, zPICP-zNTX-I σχετίζονταν επίσης αρνητικά με την BMDOMΣΣ. Οι δείκτες ισοζυγίου (zPICP-zDPD) και (zPICP-zPYD) συσχετίζονταν αρνητικά με το BMI (r= -0,25, P=0,01 και r= -0,21, P=0,037). Ανάλογα με το ΒΜΙ οι γυναίκες χωρίστηκαν σε φυσιολογικές (ΒΜΙ<25kg/m2), υπέρβαρες (BMI=25-30kg/m2) και παχύσαρκες (ΒΜΙ> 30kg/m2). Οι υπέρβαρες και παχύσαρκες είχαν κατά 30% χαμηλότερα επίπεδα S-PICP (68,11±24,85ng/ml και 66,41±24,93ng/ml έναντι 97,47±23,36ng/ml, P=0,0001). Οι παχύσαρκες είχαν χαμηλότερους δείκτες ισοζυγίου zPICP-zDPD, zPICP-zPYD, zPICP-zCTX-Ι (ANOVA, Ρ=0,027, Ρ=0,0028, Ρ=0,02) και υψηλότερη BMDOMΣΣ και BMDΑΜ σε σύγκριση με τις φυσιολογικές γυναίκες (ANOVA, Ρ=0,0004 και Ρ<0,001). Επίσης 40 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με κάταγμα ισχίου συγκρίθηκαν με 40 αντίστοιχης ηλικίας υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και βρέθηκε ότι είχαν σημαντικά μικρότερο ΒΜΙ και μικρότερη BMDOMΣΣ και BMDΑΜ (t-test, P<0,0001). Με βάση τα παραπάνω δεδομένα της μελέτης μας, συμπεραίνουμε ότι η συνεχής χορήγηση αλενδρονάτης, καταστέλλει άμεσα και σταθερά την οστική εναλλαγή και προκαλεί δραστικές αυξήσεις της οστικής πυκνότητας, σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση και σε άμεσα μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπενία. Επίσης προφυλάσσει από την οστική απώλεια που συνοδεύει το κάταγμα ισχίου και αυξάνει την οστική πυκνότητα μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με τέτοιο κάταγμα. Η διακεκομένη χορήγηση ίδιας ημερήσιας δόσης αλενδρονάτης προκαλεί μικρότερη αύξηση της οστικής πυκνότητας στην ΟΜΣΣ και σταθεροποίηση στον αυχένα του μηριαίου, κυρίως κατά το 1ο έτος χορήγησης. Οι δείκτες οστικής εναλλαγής εμφανίζουν μικρότερη, καθυστερημένη μείωση και μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ των διαδοχικών μετρήσεων, κατά τη διακεκομμένη χορήγηση. Ωστόσο επειδή οι τιμές τους βρίσκονται μειωμένες και κατά τα ελεύθερα αγωγής διαστήματα, φαίνεται ότι η αντιοστεοκλαστική δράση διατηρείται κατά τα διαστήματα διακοπής της αγωγής. Το διακεκομμένο ανά 2 μήνες σχήμα μπορεί να χορηγείται σε περιπτώσεις όπου στόχος είναι η πρόληψη της οστικής απώλειας και σταθεροποίηση της οστικής πυκνότητας. Επιπλέον, από τη μελέτη μας φαίνεται ότι το αυξημένο ΒΜΙ έχει ευεργετική επίδραση στην οστική πυκνότητα, ενώ το χαμηλό ΒΜΙ αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα για κάταγμα ισχίου. Οι υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες φαίνεται ότι έχουν μειωμένη σύνθεση κολλαγόνου Ι όπως μετράται με το S-PICP και μειωμένους δείκτες ισοζυγίου. Επειδή όμως η μείωση αυτή δεν συνοδεύεται από μείωση της οστικής πυκνότητας φαίνεται η εξωσκελετική σύνθεση κολλαγόνου είναι πιο ευαίσθητη στην επίδραση του αυξημένου ΒΜΙ.
Ημερομηνία έκδοσης 2003-04-01
Ημερομηνία διάθεσης 2003-07-10
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 39

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 6