Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Η πόλη του Μεσολογγίου κατά την Επανάσταση του 1821 : Πόλεμος, οικονομία, πολιτική, καθημερινή ζωή / Αντώνης Διακάκης.  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000415364
https://
Τίτλος Η πόλη του Μεσολογγίου κατά την Επανάσταση του 1821 : Πόλεμος, οικονομία, πολιτική, καθημερινή ζωή / Αντώνης Διακάκης.
Άλλος τίτλος The city of Missolonghi during the Revolution of 1821
Συγγραφέας Διακάκης, Αντώνης
Σύμβουλος διατριβής Χ. Λούκος
Περίληψη Κατά τη διάρκεια της επαναστατικήςπεριόδου, η πόλη του Μεσολογγίου γνώρισε μεγάλες δημογραφικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές.Όσον αφορά τον πληθυσμό της πόλης, σύντομα αυξήθηκε δραματικά, ίσως στο διπλάσιο, κυρίως λόγω του μεγάλου αριθμού προσφύγων από τις βορειότερες περιοχές. Γενικότερα, οι σημαντικές κατά καιρούς αυξομειώσεις του πληθυσμού του Μεσολογγίου εξαρτήθηκαν από το εκάστοτε ευρύτερο προσφυγικό ρεύμα και εξελίχθηκαν ανάλογα με την πορεία των πολεμικών γεγονότων, την εξασφάλιση της ναυτικής κυριαρχίας στην περιοχή, αλλά και τις δυνατότητες επιβίωσης που προσέφεραν η πόλη ή η εγκατάλειψή της σε κάθε κοινωνική ομάδα.Σε κάθε περίπτωση, οι Μεσολογγίτες κατέβαλαν ένα πολύ μεγάλο τίμημα σε νεκρούς και αιχμαλώτους κατά την τελευταία πολιορκία. Οι διαρκείςοργανωτικές προσπάθειες της τοπικής διοίκησης είχαν μάλλον περιορισμένα αποτελέσματα, λόγω της αντίστασης των παραδοσιακά ισχυρών κοινωνικών ομάδων, ιδίως των οπλαρχηγών στην ύπαιθρο,ενώ στην εσωτερική αναταραχή συνέβαλε ηπαρουσία ενός αντιπολιτευτικού μετώπου οπλαρχηγών και προκρίτων, απέναντι στην παρουσία και στη δράση του Αλ. Μαυροκορδάτου. Ωστόσο, ο τελευταίος δεν έχασε ποτέ τον έλεγχο της κατάστασης. Επιπλέον, το Μεσολόγγι και τη δυτική Στερεά δεν επηρεάστηκαν άμεσα και ουσιαστικά από τις εμφύλιες συγκρούσεις.Κατά την τελευταία πολιορκία, οι στρατιωτικοί κυριάρχησαν στο Μεσολόγγι, σε βάρος της διορισμένης από την κυβέρνηση τοπικής διοίκησης, Τις συνέπειες βίωναν και οι κάτοικοι της πόλης, όσον αφορούσε κυρίως τη συγκέντρωση και τη διανομή των τροφίμων. Η στρατιωτική ηγεσία ήταν ουσιαστικά συλλογική, κυρίως μέσω συνελεύσεων και επιτροπών, ώστε να συμβιβάζονται οι τοπικιστικές ή άλλες διαφορές, κάτι που λειτούργησε θετικά για την άμυνα. Ωστόσο, η αποδυνάμωση των πολιτικών Αρχών ενίσχυσε την αυθαιρεσία στη διανομή τροφίμων και σιτηρεσίων, συμβάλλοντας τελικά στην επισιτιστική κρίση. Τις ποικίλες προσωπικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις στο Μεσολόγγι, επιχείρησε να γεφυρώσει η Αδελφότητα των Φιλοδικαίων, οργάνωση με κύριους πρωταγωνιστές νεότερους στρατιωτικούς. Προβάλλοντας τις αξίες της ενότητας, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της πατρίδας και των νόμων,η οργάνωση στόχευε στην υπέρβαση των κοινωνικών και πολιτικών διαφορών στο Μεσολόγγι και σε ολόκληρη την επαναστατημένη χώρα.Ωστόσο, ο σταθερός έλεγχος του μηχανισμού διανομής χρημάτων και εφοδίων από τους ανώτερους στρατιωτικούς οδήγησε στην αποτυχία της προσπάθειας. Οι πρόκριτοι του Μεσολογγίου πρωταγωνίστησαν στην εκμετάλλευση των τοπικών δημόσιων προσόδων, ενώ επιδόθηκαν και στο εμπόριο και τη ναυτιλία, στην εκμετάλλευση της ιδιωτικής τους περιουσίας, στην κατάληψη θέσεων στον τοπικό διοικητικό μηχανισμό, στον δανεισμό της τοπικής διοίκησης, καιστην παροχή στρατιωτικών υπηρεσιών.Όσον αφορά τη γενικότερη στρατηγική τους, οι πρόκριτοι προσπάθησαν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο στόχους, αρκετά αντιφατικούς: την ασφάλεια της πόλης απέναντι στις οθωμανικές δυνάμειςκαι στους ισχυρούς οπλαρχηγούς της περιοχής, αλλά και την υπεράσπιση αυτών που θεωρούσαν ιδιαίτερα συμφέροντα της πόλης τους και προνομιακό πεδίο δράσης για τους ίδιους. Η επιδίωξη αυτή τους έφερνε αναπόφευκτα σε σύγκρουση με την τοπική διοίκηση, την οποία οι ίδιοι είχαν ανάγκη για την ασφάλεια της πόλης και των κατοίκων. Το πραγματικό διακύβευμα ήταν η εξουσία στον στενό ορίζοντα του Μεσολογγίου, τόσο για τη συμβολική της αξία, όσο και για τα οικονομικά οφέλη που αυτή συνεπαγόταν για τις παραδοσιακά ισχυρές οικογένειες της πόλης.Από την πλευρά της, η τοπική διοίκηση θεωρούσε ότι υπερασπιζόταν τα συμφέροντα «του λαού», και πρωταρχικά των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων.Καθώς οι πρόκριτοι δεν είχαν την ισχύ για να αμφισβητήσουν πραγματικά την πρωτοκαθεδρία της τοπικής διοίκησης, ούτε την πρόθεση βίαιης ανατροπής, το αποτέλεσμα ήταν μια ασταθής ισορροπία, από τη στιγμή μάλιστα που η τοπική διοίκηση, υποχώρησε σε σημαντικά αιτήματα των προκρίτων. Πρόκριτοι και τοπική διοίκηση εναρμονίστηκαν σε σημαντικόβαθμό με τις επιτακτικές απαιτήσεις των στρατιωτικών,και του ίδιου του πολέμου,κατά την τελευταία πολιορκία.Την ίδια στιγμή, το εσωτερικό του σώματος των προκρίτων δοκιμάστηκε κατά καιρούς από τη σύγκρουση ανάμεσα στις ισχυρότερες οικογένειες και σε εκείνες της «δεύτερης τάξης», οι οποίες αμφισβήτησαν τον ηγετικό ρόλο των πρώτων. Από το 1821, οι οικογένειες Τρικούπη και Ραζηκότσικα πρωταγωνίστησαν στα δρώμενα της πόλης, με την πρώτη να διακρίνεται στην πολιτική, ενώ η οικογένεια Ραζηκότσικα επιδόθηκε με μεγαλύτερη επιτυχία στην επιχειρηματική δραστηριότητα και στο συνδυασμό του ρόλου του προκρίτου με εκείνον του οπλαρχηγού. Η οικονομική δραστηριότητα στο σύνολο της δυτικής Στερεάς αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό έξω από τον έλεγχο των νεοσύστατων κεντρικών και τοπικών διοικητικών Αρχών.Οι λεηλασίες που συνόδευαν τις πολεμικές επιχειρήσεις, η εκμετάλλευση των προσόδων, η εμπλοκή του Μεσολογγίου στην πειρατεία και την καταδρομή, συνδυάζονταν με την αδιαφάνεια και κάθε είδους διαχειριστική «κατάχρησηλόγω της απουσίας ενός αποτελεσματικού φορολογικού μηχανισμού και ορθολογικής διαχείρισης των πόρων. Το αποτέλεσμα ήταν ένας οικονομικός κατακερματισμός, καθώς οι τοπικές Αρχές δεν ήταν σε θέση να προγραμματίσουν μακροπρόθεσμα, αλλά αγωνιούσαν για την κάλυψη άμεσων και πιεστικών αναγκών, προκειμένου να καλύψουν τρέχοντα έξοδα, παλαιότερα χρέη, και να ικανοποιήσουν αιτήματα, ώστε να αποτραπούν βιαιότερες διαμαρτυρίες. Τα έσοδα της τοπικής διοίκησης προέρχονταν κατά κύριο λόγο από την κυβέρνηση, ενώ τα περιορισμένα έσοδα από την ενοικίαση των προσόδων αντιστοιχούσαν τόσο στην καταστροφή που επέφεραν οι εισβολές των οθωμανικών στρατευμάτων, όσο και στη λεηλασία της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής από τους κατά τόπους οπλαρχηγούς. Μικρό τμήμα των καταγεγραμμένων εσόδων προερχόταν από την πειρατεία και την καταδρομή. Ωστόσο, οι ενέργειες αυτές προκαλούσαν ην ξένη επέμβαση, οικονομικά και πολιτικά επιζήμια, ενώ ως νέα πηγή εσόδων συνέβαλαν στις κοινωνικές συγκρούσεις στο Μεσολόγγι.Σημαντική πηγή εσόδων αποτέλεσαν οι ομογενείς των Επτανήσων, των οποίων η οικονομική βοήθεια αυξήθηκε προοδευτικά, όπως και ο ευρύτερος υποστηρικτικός ρόλος των Επτανήσων για την επανάσταση στη δυτική Στερεά. Οι αγορές τροφίμων από τα Επτάνησα κλήθηκαν να καλύψουν το παραγωγικό έλλειμμα της περιοχής. Στις συνθήκες αυτές, η άμεση και έμμεση χρηματοδότηση από το πρώτο εξωτερικό δάνειο ήταν αναπόφευκτη. Το συνολικό ποσό κάλυψε σημαντικό ποσοστό των συνολικών εξόδων και αποτέλεσε την κύρια πηγή χρηματοδότησης από την κυβέρνηση.Όσον αφορά τις δαπάνες, η συντήρηση των στρατιωτικών σωμάτων απορροφούσε το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό, ποσά που κατέληγαν κυρίως προς όφελος των οπλαρχηγών, οι οποίοι εμφάνιζαν εικονικούς αριθμούς μισθοδοτούμενων ανδρών, επιδιώκοντας να διατηρήσουν τη συνοχή των σωμάτων τους, άρα και την προσωπική εξουσιαστική τους θέση έναντι ανταγωνιστών τους, κληρονομιά της αρματολικής παράδοσης της περιοχής. Στις ίδιες τις πόλεις του Μεσολογγίου και του Ανατολικού και στην άμεση αγροτική περιφέρειά τους, οι παραγωγικές δραστηριότητες, στη γη, στο εμπόριο και τη ναυτιλία, μάλλον αναπτύχθηκαν προοδευτικά, βοηθούμενεςαπό τα εισοδήματα που προσέφεραν η επένδυση στις προσόδους, η λαφυραγώγηση, η πειρατεία-καταδρομή, αλλά και τα χρηματικά ποσά από το πρώτο αγγλικό δάνειο. Πολλοί κάτοικοι της πόλης ενισχύθηκαν οικονομικά από τις δαπάνες της τοπικής διοίκησης για διάφορες υπηρεσίες. Ωφελημένοι θα ήταν και πρώην άνεργοι ναυτικοί, εμπορευόμενοι, διάφοροι επαγγελματίες στην αναπτυσσόμενη πληθυσμιακά και εμπορικά πόλη. Η οικονομική ανάπτυξη του Μεσολογγίου, σε συνδυασμό με την πληθυσμιακή αύξηση, τη διοικητική ισχυροποίηση και την κεντρική γεωγραφική της θέση μεταξύ της Πελοποννήσου, της Ηπείρου και των Επτανήσων, έδινε ένα ειδικό βάρος στην πόλη, η οποία προσέφερε πολύ μεγαλύτερες εγγυήσεις ασφάλειας σε σύγκριση με τη λεηλατημένη ύπαιθρο.Κατά την τελευταία πολιορκία, η οικονομική διαχείριση είχε να κάνει με τον επιμερισμό των χρημάτων για τις διάφορες ανάγκες, αλλά και με τη διανομή των τροφίμων σε ένοπλους και άμαχους.Το πρόβλημα του εφοδιασμού, στον οποίο τα Επτάνησα εξακολουθούσαν να έχουν κομβικό ρόλο, οξύνθηκε από το φθινόπωρο, όταν προέκυψε η ανάγκη συντήρησης πολύ περισσότερων αμάχων. Η κατάρρευση των συναλλαγών μέσω συναλλαγματικών ανέδειξε τον λανθασμένο προσανατολισμό των διατιθέμενων χρημάτων σε σιτηρέσια και μισθούς, έναντι της αγοράς τροφίμων, τα οποία θα αποθηκεύονταν με ασφάλεια και θα διανέμονταν με τρόπο που θα μείωνε τις ανισότητες στην πόλη. Η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδιασμού θα απαιτούσε τη συνεργασία των οπλαρχηγών, αλλά μια πολύ ισχυρότερη τοπική διοίκηση. Ταυτόχρονα, από το δεύτερο μισό του 1825 αναδείχθηκε σε όλη της την έκταση η απουσία ενός έγκαιρου κυβερνητικού προγραμματισμού, όσον αφορούσε τη διάθεση των διατιθέμενων πόρων, κυρίως των χρημάτων του δεύτερου αγγλικού δανείου, αδυναμία που επέτρεψε στους ιδιώτες προμηθευτές να υιοθετήσουν μια περισσότερο εμπορική λογική. Επίσης, επιβεβαιώθηκε κατά τη διάρκεια της τελευταίας πολιορκίας ότι το μεγάλο πλεονέκτημα του Μεσολογγίου, η δυνατότητα εφοδιασμού από τη θάλασσα, ήταν και η αδυναμία της άμυνάς της, καθώς εξαρτιόταν από τους ευρύτερους οικονομικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς που επηρέαζαν την έγκαιρη άφιξη και παραμονή ελληνικών πολεμικών πλοίων, απαραίτητων για τη διατήρηση της ομαλής ροής κάθε είδους εφοδίων. Οι απαιτήσεις του στόλου και της πολιορκίας του Μεσολογγίου, ανταγωνιστικές όταν αφορούσαν σιτηρέσια και πλοία, αποτέλεσαν μια εύσχημη δικαιολογία για τις επανειλημμένες προσπάθειες εκποίησης εθνικών κτημάτων, οι οποίες έθεσαν σε αμφισβήτηση την εντιμότητα μεγάλου μέρους του πολιτικού προσωπικού, χωρίς να αντιμετωπίσουν τις δημοσιονομικές ανάγκες. Η οξυμένη πολιτική αντιπαράθεση ενόψει της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης δεν μπορούσε παρά να επιδεινώσει την κατάσταση. Αυτό που προκύπτει με σαφήνεια για το στρατόπεδο των επαναστατών είναι ένα χάσμα ανάμεσα στις δεσμεύσεις για την επίτευξη στόχων που απαιτούσαν συλλογική προσπάθεια, και στην ικανοποίηση επιμέρους στόχων και συμφερόντων όλων εκείνων των ομάδων που μπορούσαν να επηρεάζουν τη λήψη και την εκτέλεση των πολιτικών αποφάσεων, προκρίτων, πλοιοκτητών, οπλαρχηγών, εμπόρων, με κριτήριο, συχνά, το προσωπικό, οικογενειακό ή τοπικιστικό, όφελος. Υπήρχε έτσι ένα μεγάλο έλλειμμα συντονισμού των αντιτιθέμενων συμφερόντων, ένα ουσιαστικό έλλειμμα ηγεσίας. Το αποτέλεσμα ήταν η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών για την επίτευξη των διακηρυγμένων συλλογικών επιδιώξεων, άρα και ο κατακερματισμός των στόχων και των μέσων, οικονομικών και πολεμικών. Όταν η οθωμανική πλευρά ξεπέρασε σε μεγάλο βαθμό τα οργανωτικά της προβλήματα, οδήγησε τους επαναστάτες σε οικονομικό και πολεμικό αδιέξοδο. Οι προσπάθειες για την δημιουργία υπηρεσιών για την περίθαλψη και την εκπαίδευση δεν ξέφυγαν από τον γενικότερο κανόνα που ήθελε κάθε οργανωτική προσπάθεια, τη συνολική λειτουργία της διοίκησης, την απονομή δικαιοσύνης, τον εξορθολογισμό της μισθοδοσίας, την πειθάρχηση των ατάκτων, να προσαρμόζεται στις συνθήκες και στους περιορισμούς της τοπικής κοινωνίας, αλλά και γενικότερα του επαναστατικού στρατοπέδου. Πέρα από τα καθαυτό οργανωτικά προβλήματα, οποιοσδήποτε σχεδιασμός δεν είχε την οικονομική υποστήριξη της κυβέρνησης ή των ισχυρών προκρίτων της πόλης, ή ερχόταν σε αντίθεση με τις πρακτικές των οπλαρχηγών, ήταν καταδικασμένος σε αποτυχία ή τουλάχιστον σε δραστικό περιορισμό των στόχων του. Ουσιαστική εξαίρεση αποτέλεσαν η οχύρωση του Μεσολογγίου, αλλά και ο ρόλος που κατάφερε να κατοχυρώσει η εφημερίδα της πόλης. Ο κύριος στόχος της ίδρυσης των Ελληνικών Χρονικών, η διαμόρφωση μιας Κοινής Γνώμης, δεν επιτεύχθηκε. Επίμαχες ιδεολογικοπολιτικές αναφορές, η εριστικότητα του ύφους, η σύνταξη στην ελληνική γλώσσα, εμπόδισαν την εφημερίδα να γίνει μέσο ευρείας προβολής της Επανάστασης στο ευρωπαϊκό κοινό. Κατά την τελευταία πολιορκία, τα Ελληνικά Χρονικά προσαρμόστηκανστις απαιτήσεις των πολεμικών συνθηκών, προβάλλοντας τη δράση των επώνυμων και, κυρίως, ανώνυμων μαχητών. Η επιρροή της εφημερίδας στο Μεσολόγγι υπήρξε πολύ σημαντική τότε, όχι μόνο όταν τόνιζε τα πολεμικά κατορθώματα, αλλά και όταν αναφερόταν σε θέματα που μπορούσαν να επηρεάσουν την πορεία του Αγώνα. Η έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων κατά την πρώτη φάση της τελευταίας πολιορκίας ήταν επιτυχής για τους αμυνόμενους, χάρη στη συλλογική οργάνωση, την αντοχή, την αξιοποίηση της οχύρωσης, την πείρα και την εφευρετικότητά τους, αλλά και τη βοήθεια από τον ελληνικό στόλο. Οι χρόνιες οργανωτικές αδυναμίες των πολιορκητών επαναλήφθηκαν, αλλά σε αρκετά μικρότερο βαθμό, χάρη και στις ηγετικές και οργανωτικές ικανότητες του Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά, ενώη πολεμική καθημερινότητα των αντιπάλων είχε αρκετές ομοιότητες. Η μεθοδικότητα, η πειθαρχία, η αφθονία υλικών και ανθρώπινων μέσων, η έμφαση στις επιχειρήσεις στη λιμνοθάλασσα, ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά των αιγυπτιακών δυνάμεων, τα οποία τους επέτρεψαν να πάρουν και να διατηρήσουν την πρωτοβουλία.Από την άλλη πλευρά, δεν υπήρξε καμιά περίοδος γενικευμένης αναταραχής στην πόλη, δεν υπήρξε συνθηκολόγηση, ούτε μια γενική απορρύθμιση των κοινωνικών δεσμών. Η δυνατότητα φυγής,οι συγγενικές και άλλες σχέσειςπου είχαν αναπτυχθεί για μεγάλο διάστημα, ο ικανοποιητικός βαθμός ενότητας και συνεργασίας των αμυνόμενων,οι γενικά αποδεκτοί τρόποι επίλυσης των προβλημάτων ή εκτόνωσης των εντάσεων με βάση μια ισορροπημένη αυστηρότητα, συνέβαλαν στη συνοχή των πολιορκημένων. Ταυτόχρονα, η έκταση του λιμού στο πολιορκημένο Μεσολόγγι ήταν πρωτοφανής, προκαλώντας μια ανθρωπιστική κρίση,η οποία κατέληξε στα μάλλον αρκετά περιστατικά κανιβαλισμού. Έντονηήταν και η ψυχολογική δοκιμασία, καθώς όλοι έπρεπε να αγωνιστούν για να διατηρήσουν και την ανθρώπινη προσωπικότητά τους. Τα όρια ανάμεσα στον άμαχο πληθυσμό και την ένοπλη φρουρά σχετικοποιήθηκαν, καθώς γυναίκες και παιδιά συμμετείχαν στα γεγονότα, βιώνοντας τις συνέπειες, τον φόβο, το άγχος, την πείνα και τον θάνατο. Έτσι, τα όρια του φύλου και της ηλικίας δοκιμάστηκαν, καθώς οι έφηβοι ενηλικιώθηκαν νωρίτερα και βίαια, ενώ οι γυναίκες μπόρεσαν να υπερβούν στερεότυπα και περιορισμούς.Η εξόντωση των αιχμαλώτων, και περισσότερο η αρχική απόφαση για την τύχη των αμάχων, έδειξαν την πλήρη συναισθηματική εξάντληση των ενόπλων και τη πρωτοφανή στην έκτασή της ηθική κρίση στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Τελικά, η μαζική επιθετική έξοδος από την πόλη παρουσιάστηκε ως η μοναδική αξιοπρεπής επιλογή. Οι επιζώντες ένοπλοι της Εξόδου αναμείχθηκαν στα μετέπειτα πολιτικά και πολεμικά γεγονότα, παραμένοντας συλλογικά και ατομικά υπερήφανοι για τη συμμετοχή τους σε ένα γεγονός που το θεωρούσαν μοναδικό στον ηρωισμό του. Αρκετοί μπόρεσαν να συμβάλουν στην οριστική απελευθέρωση του Μεσολογγίου, ενώ ταυτόχρονα οι επιζώντες κάτοικοι της πόλης αγωνίζονταν να επιβιώσουν στα Επτάνησα και αλλού, αναζητώντας και τους αιχμάλωτους συγγενείς τους. Τα οργανωτικά μέτρα και η ασφάλεια της καποδιστριακής περιόδου ευνόησαν τις προσπάθειες ανασυγκρότησης της ζωής στο ερειπωμένο Μεσολόγγι, όπου συγκεντρώθηκαν σταδιακά παλιοί και νέοι κάτοικοι. Ωστόσο, οι πολιτικές αναταραχές της περιόδου, η συνεχιζόμενη οικονομική αδυναμία του κράτους, η ληστρική δράση ενόπλων στην ύπαιθρο, υπονόμευσαν μια σημαντική πρόοδο στο Μεσολόγγι και σε ολόκληρη τη δυτική Στερεά, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1830.
Φυσική περιγραφή 456 σ. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Greek Recolution 1821-1832
History
Missolonghi (Greece)
Ελληνική Επανάσταση 1821-1832
Ιστορία
Μεσολόγγι (Ελλάδα)
Ημερομηνία έκδοσης 2017.
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Κοινωνικών Επιστημών--Τμήμα Κοινωνιολογίας--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 132

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 28