Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Ιπποκρατικό μοντέλο ή ενήμερη συγκατάθεση; Τα όρια της ιατρικής ευθύνης  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000313540
Τίτλος Ιπποκρατικό μοντέλο ή ενήμερη συγκατάθεση; Τα όρια της ιατρικής ευθύνης
Συγγραφέας Πέτσης, Σπυρίδων Γ
Σύμβουλος διατριβής Γεωργόπουλος, Δημήτριος
Μέλος κριτικής επιτροπής Βιδάλης, Παναγιώτης
Μολύβας, Γρηγόρης
Περίληψη Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολούν το σύγχρονο διεπιστημονικό τομέα της Βιοηθικής αποτελεί η σχέση ανάμεσα στον ιατρό και τον ασθενή. Η ιατρική ηθική ως κλάδος του ευρύτατου αυτού τομέα έχει εγείρει πολλές συζητήσεις. Συζητήσεις που έχουν ως απώτερο σκοπό να προασπίζουν, το ανώτερο ίσως αγαθό που προσφέρει η κοινωνική συμβίωση, την προστασία της ζωής μέσω της υγείας και εν τέλει την διατήρηση μιας αρμονικής ψυχικής και σωματικής κατάστασης, που αποτελεί αδιαμφισβήτητα το έναυσμα για κάθε δυνατή ανθρώπινη λειτουργία. Από τα αρχαία χρόνια του Ιπποκράτη, πρωταρχικό μέλημα της ιατρικής πρακτικής θεωρείτο η αρχή του «ωφελέειν ή μη βλάπτειν». Βασικός στόχος του ιατρού ήταν με τους χειρισμούς του να ωφελήσει τον ασθενή ή τουλάχιστον να μην του προκαλέσει βλάβη μεγαλύτερη από την ήδη υπάρχουσα. Ο γιατρός αναδεικνυόταν ως φορέα απόφασης και θεμελιωνόταν στην υπόθεση, ότι ο ίδιος, λόγω των ικανοτήτων του και της κρίσης του, δύναται να πάρει αποφάσεις που προωθούν το συμφέρον του ασθενούς. Ο γιατρός, δηλαδή, προϋποτίθεται ότι μπορεί να καθορίσει και να αποφασίσει ποιο είναι το καλό του ασθενούς. Με βάση τον παραπάνω συλλογισμό, η σχέση ιατρού-ασθενούς, χαρακτηρίζεται ως πατερναλιστική. Προσπαθώντας να διασαφηνίσουμε τι ακριβώς ονομάζουμε πατερναλισμό θα τον ορίζαμε ως την παρεμβολή στην ελευθερία πράξης ενός προσώπου δικαιολογημένη από λόγους που σχετίζονται αποκλειστικά με το καλό, την ευτυχία, τα ενδιαφέροντα, και τις ανάγκες για τις οποίες το πρόσωπο εξαναγκάζεται. Στην εποχή μας, μια εποχή στην οποία έχει ανθήσει η έννοια της ελευθερίας, μέσω της αυτονομίας ως προσωπικής επιλογής, δηλαδή απλώς και μόνο ως ελευθερία επιλογής ανάμεσα σε δυνατές εναλλακτικές λύσεις, έχει αναπόφευκτα αναμορφωθεί η ιατρική πρακτική. Ένα από τα πιο ακανθώδη προβλήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της σχέσης γιατρού και ασθενούς αποτελεί η ενήμερη συγκατάθεση. Πλέον, είναι αναγνωρισμένο το δικαίωμα του ασθενούς να έχει μία πλήρη ενημέρωση σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, να γνωρίζει όλες τις πιθανές εναλλακτικές μορφές θεραπείας και τις ενδεχόμενες παρενέργειές τους, καθώς και να συναινεί ή να αρνείται την προτεινόμενη από το γιατρό θεραπεία. Έτσι αναθεωρείται στο πλαίσιο της σύγχρονης ιατρικής δεοντολογίας η βασική αρχή του ιπποκρατικού όρκου, δηλαδή η πρωταρχικότητα του γιατρού στην ιατρική απόφαση. Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να αναλογιστούμε, όταν αναφερόμαστε στην σχέση ιατρού ασθενούς, είναι ότι πρόκειται για μια αρκετά περίπλοκη και ευαίσθητη σχέση. Σίγουρα δεν μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε ως μια σχέση καταναλωτισμού, δηλαδή, ότι ο γιατρός προσφέρει τις υπηρεσίες και ο ασθενής είναι ο καταναλωτής. Υπό ένα τέτοιο πρίσμα εύκολα θα υποστηρίζαμε ότι η ενήμερη συγκατάθεση μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί, καθώς έχουμε δύο έλλογα και ικανά πρόσωπα. Στο δίπολο γιατρός-ασθενής είναι εύλογο ο γιατρός να βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι του ασθενούς. Ο γιατρός είναι εκείνος, που έχει τις πληροφορίες, τις γνώσεις και την εμπειρία έναντι του ανήσυχου και συχνά τρομοκρατημένου ασθενούς, που βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με την ασθένεια, η οποία συνήθως, περιορίζει την έλλογη ικανότητα του. Η ‘υπεροχή’ αυτή του ιατρού δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει τον πατερναλισμό. Η αρχή της ‘αγαθοεργίας’, δηλαδή της προστασίας των συμφερόντων του ασθενούς από τον ιατρό, γιατί γνωρίζει καλύτερα τις ανάγκες του και μπορεί να τον προστατεύει, από μόνη της δεν μπορεί να αρκεί. Το συμφέρον, δεν είναι πάντα αντικειμενικό κριτήριο, καθώς το τι είναι καλύτερο αφορά τον ασθενή και εκείνος μόνο έχει το ηθικό αλλά και το συνταγματικό δικαίωμα του αυτοκαθορισμού. Ο σεβασμός στην προσωπικότητα του ασθενούς επιβάλλει την ενημέρωση του και την ρητή συγκατάθεση του. Ο γιατρός σίγουρα έχει το καθήκον της ενημέρωσης, όπως το αποτυπώνουν και οι σημερινοί νόμοι. Πρέπει να καταστήσουμε σαφές ότι το νομικό πλαίσιο, τόσο στη Ελλάδα όσο και διεθνώς, θέτει μόνο τις προϋποθέσεις για να έχουμε ενήμερη συγκατάθεση. Με άλλα λόγια ορίζουν ότι ο ασθενής θα πρέπει να είναι ελεύθερος, όταν λαμβάνει μια απόφαση και να μην εξαναγκάζεται από εξωτερικούς παράγοντες να δώσει την συγκατάθεση του και να ενημερώνεται ασφαλώς από τον ιατρό του. Το τι πράγματι καταλαβαίνει ο ασθενής, όταν λαμβάνει τις πληροφορίες και ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την βούληση του, είναι θέματα στα οποία δεν μπορούν να οριοθετηθούν από το νομικό πλαίσιο. Για να μπορούμε να συζητάμε για μια ελεύθερη και συνειδητή επιλογή του ασθενούς, θα πρέπει να υπάρχει επικοινωνία και εμπιστοσύνη ανάμεσα στον γιατρό και τον ασθενή. Η ύπαρξη εμπιστοσύνης και επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι αναγκαία για την ενήμερη συγκατάθεση. Ο σεβασμός στην αυτονομία του ασθενούς επιβάλλει στον ιατρό να ενημερώσει τον ασθενή λαμβάνοντας, όμως, παράλληλα τις ιδιάζουσες συνθήκες. Είναι ηθικά λανθασμένο να απαιτούμε από τον ασθενή να δώσει την συγκατάθεση του έχοντας του απλά αποκαλύψει μια πληθώρα ιατρικών πληροφοριών, την στιγμή μάλιστα, που είναι σε μια δυσμενή θέση εξαιτίας της ασθένειας του. Οι πληροφορίες πρέπει να είναι αυτές που επιθυμεί ο ασθενής και αυτό μπορεί να επιτευχθεί και μέσα από την επικοινωνία ιατρού-ασθενή. Η πλήρης ενημέρωση αποτελεί μια πτυχή της πραγματικότητας, δηλαδή, ένα απαραίτητο κομμάτι, αλλά δεν αρκεί από μονή της. Απαιτείται και η έννοια της αυτονομίας, που δημιουργεί και στηρίζει δεσμούς εμπιστοσύνης, για να έχει αξία η ενημέρωση. Δηλαδή για να υπάρχει εμπιστοσύνη, κάτι που υπήρχε πριν με οικογενειακούς ιατρούς, τώρα πρέπει να υπάρχει αυτονομία με την καντιανή έννοια που να θέτει αρχές, που να δεσμεύει τόσο τον πράττοντα όσο και του άλλους. Αρχές, όμως, των οποίων η εφαρμογή εκ μέρους του ιατρού λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα στοιχεία της κάθε περίπτωσης, του κάθε ασθενή ξεχωριστά και θέτουν κάποια απαραβίαστα όρια, τα οποία ούτε ο ίδιος ο ασθενής δεν μπορεί να υπερβεί. Η αυτονομία υπό αυτήν την έννοια, η αυτονομία των αρχών, όπως την ονομάζει η O’neill, προϋποθέτει την παροχή των ικανοποιητικών και κατανοητών πληροφοριών για τους ασθενείς, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να κάνουν μια έλλογη επιλογή για τις ιατρικές επεμβάσεις, που θα πραγματοποιηθούν πάνω τους. Και πράττουν αυτό υπεύθυνα και υπολογίζοντας τους άλλους. Θεωρώ ότι αυτό το μοντέλο στη σχέση ιατρού-ασθενούς, στο οποίο υπάρχει μια αμοιβαία συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και αναγνωρίζονται τα μεταξύ τους καθήκοντα και υποχρεώσεις, είναι αυτό που μπορεί να δώσει την λύση στο πρόβλημα της ενήμερης συγκατάθεσης. Η αμφίπλευρη εμπιστοσύνη βρίσκεται στην καρδιά αυτής της σχέσης. Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης διαφαίνεται ότι η ελευθερία του ασθενούς δεν συνιστά απλά ένα αρνητικό δικαίωμα, που εναντιώνεται προς οποιαδήποτε επιβολή εκ μέρους του ιατρού στον ασθενή ακόμα και για την προώθηση του ιατρικού του καλού. Συνιστά και ένα θετικό δικαίωμα που υπαγορεύει συγκεκριμένες ενέργειες εκ μέρους του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, που αφορούν το ευρύτερο χωροχρονικό, κοινωνικό και ψυχολογικό πλαίσιο, εντός του οποίου λαμβάνονται οι αποφάσεις των ασθενών. Ο γιατρός, κατά το μοντέλο της αυτόνομης συγκατάθεσης που παρουσιάστηκε στη μελέτη αυτή, δεν αποφασίζει, απλά προτείνει. Η απόφαση ανήκει στον ασθενή. Η συγκατάθεση, επίσης, δεν αφορά κυρίως τη γνώμη του ιατρού, αλλά την εκτέλεση από το γιατρό της πράξης που πραγματώνει τη γνώμη αυτή. Εφόσον για την πραγμάτωση της πράξης μεσολαβεί ένας ενδιάμεσος φορέας - ο γιατρός - και ο ασθενής δεν μπορεί να εφαρμόσει μόνος του την ιατρική πράξη, η συγκατάθεση για να εκτελεστεί η συγκεκριμένη πράξη από τον γιατρό είναι απαραίτητη και αφορά κυρίως αυτή. Ο ασθενής, στον οποίο αναγνωρίζεται η ελευθερία να αποφασίζει στο μοντέλο της αυτόνομης συγκατάθεσης, διαμορφώνει τη δική του γνώμη, η οποία μπορεί και να αντιτίθεται προς αυτήν που προτείνει ο γιατρός. Ο ασθενής, δηλαδή, διαμορφώνει τη δίκη του άποψη, είναι αυτός φορέας απόφασης και συγκατατίθεται στην εφαρμογή της πράξης από τον γιατρό. Περαιτέρω, η βοήθεια και όχι ο καθορισμός, που προσφέρει ο γιατρός μέσα από την πρόταση που απευθύνει στον ασθενή, βασισμένη στις ειδικές του γνώσεις και στην εμπειρία του είναι πολύ σημαντική, για να μπορέσει ο ασθενής να αισθανθεί ελεύθερος να αποφασίσει. Διαφορετικά, θα πρέπει να αναρωτηθούμε, εάν ο καταιγισμός των πληροφοριών που αφορούν την ανθρώπινη ζωή χωρίς καμία περαιτέρω δέσμευση εκ μέρους του γιατρού, αφήνουν τον άνθρωπο αβοήθητο σε μία τραγική ‘ελευθερία’, εντός της οποίας μπορεί να νιώθει αδύναμος να αποφασίσει αυτόνομα.
Φυσική περιγραφή 97 σ. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Decision Making
Delivery of Health Care ethics
Ethics, Medical
Human Rights
Informed Consent
Paternalism
Patient Participation
Psysician-Patient Relations
Quality of Life
Δεοντολογία, Ιατρική
Δεοντολογία, Ιατρική
Λήψη απόφασης
Παροχή υπηρεσιών υγείας δεοντολογία
Ποιότητα ζωής
Συμμετοχή αρρώστου
Συναίνεση μετά από ενημέρωση
Σχέσεις γιατρού-αρρώστου
Ημερομηνία έκδοσης 2007-07-26
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Κοινωνικών Επιστημών--Τμήμα Κοινωνιολογίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
  Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
  Τύπος Εργασίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
Σημειώσεις Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Βιοηθική.
Εμφανίσεις 207

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 105