Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Υπολειμματικές ποσότητες φυτοφαρμάκων σε γεωργικά προιόντα της Βορείου Ελλάδος,καταγραφή ,νομοθεσία ,έλεγχος και επιπτώσεις  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου uch.med.phd//2003tsakiris
Τίτλος Υπολειμματικές ποσότητες φυτοφαρμάκων σε γεωργικά προιόντα της Βορείου Ελλάδος,καταγραφή ,νομοθεσία ,έλεγχος και επιπτώσεις
Συγγραφέας Τσακίρης, Ιωάννης
Περίληψη Η παρούσα διατριβή αναφέρεται στο θέμα των υπολειμμάτων των φυτοπροστατευτικών προϊόντων στα αγροτικά προϊόντα. Κύριος στόχος της είναι η διαπίστωση του κατά πόσο τα αγροτικά προϊόντα που προέρχονται από τη βιολογική και την ολοκληρωμένη διαχείριση συγκρινόμενα με τα αντίστοιχα της συμβατικής καλλιέργειας είναι ασφαλή για τον καταναλωτή. Παράλληλα μελετάται το υφιστάμενο κρατικό δίκτυο ελέγχου και καταγράφονται τα βασικά προβλήματα που παρουσιάζονται κατά τη λειτουργία του δικτύου. Η διατριβή αποτελείται από τέσσερις βασικές ενότητες. Στην πρώτη ενότητα παρουσιάζονται οι παράμετροι που αφορούν το θέμα των υπολειμμάτων των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και σχετίζονται με ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής γεωργίας. Η καλλιέργεια του ροδάκινου τόσο του επιτραπέζιου όσο και του βιομηχανικού έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς αποτελεί ένα από τα βασικά αγροτικά προϊόντα που εξάγονται, στηρίζοντας με αυτό τον τρόπο σημαντικά την τοπική οικονομία. Οι Νομοί Πέλλας και Ημαθίας βρίσκονται στην πρώτη θέση από άποψη παραγωγής ροδάκινων. Η μέση ετήσια παραγωγή υπολογίζεται σε 900.000 τόνους. Ένα μεγάλο ποσοστό από τα ροδάκινα που παράγονται καταλήγουν στη βιομηχανία κονσερβοποίησης. Επιπλέον η καλλιέργεια του ροδάκινου έχει σημαντικές απαιτήσεις σε ψεκασμούς ακόμη και κοντά στην περίοδο συγκομιδής γεγονός που συνεπάγεται αυξημένη πιθανότητα, σε περίπτωση λανθασμένης χρήσης των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, εύρεσης δειγμάτων με επίπεδα υπολειμμάτων ανώτερα των επιτρεπτών (MRLs, Maximum Residues Limits). Ομοίως η καλλιέργεια της ελιάς επιλέχθηκε γιατί το ελαιόλαδο αποτελεί ένα από τα βασικά αγροτικά προϊόντα της χώρας μας καθώς η Ελλάδα είναι η τρίτη κατά σειρά ελαιοπαραγωγός χώρα στον κόσμο. Επιπλέον το ελαιόλαδο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι η επεξεργασία της ελιάς για την παραγωγή του επιδρά στις συγκεντρώσεις των ενώσεων που ανιχνεύονται στο ελαιόλαδο. Οι ενώσεις που δείχνουν να έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περίπτωση του ελαιόλαδου είναι το fenthion και το dimethoate. Πρόκειται για ενώσεις που βρίσκουν ευρύτατα εφαρμογή στη συμβατική φυτοπροστασία της ελιάς και ανήκουν στην ομάδα των ορφανοφωσφορικών που είναι αυτή στην οποία υπάγονται και τα περισσότερα εντομοκτόνα που έχουν εγκεκριμένη χρήση για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια. Στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι η μία ένωση είναι λιπόφιλη και η άλλη υδρόφιλη. Το dimethoate και το fenthion αποτελούν δυο από τις πιο ευρέως διαδεδομένες ενώσεις στη φυτοπροστασία της ελιάς. Η χρήση των ενώσεων απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή καθώς έχουν αναφερθεί τόσο περιστατικά δηλητηριάσεων από εργασιακή χρήση όσο και περιστατικά αυτοκτονιών. Και στις δυο καλλιέργειες εφαρμόζονται σε σημαντική έκταση νέες καλλιεργητικές μέθοδοι όπως αυτή της ολοκληρωμένης διαχείρισης στην περίπτωση των ροδάκινων και η βιολογική καλλιέργεια στην περίπτωση της ελιάς και κατά συνέπεια μπορούμε να συγκρίνουμε τα προϊόντα που παράγονται με τα νέα καλλιεργητικά συστήματα με τα αντίστοιχα της συμβατικής γεωργίας και να αποφανθούμε σε ποιο βαθμό προστατεύουν την υγεία του καταναλωτή Στη δεύτερη ενότητα αρχικά παρουσιάζονται στοιχεία που αφορούν την τοξικολογία των φυτοπροσταυτευτικών ενώσεων και μας βοηθούν στην κατανόηση χρήσιμων εννοιών όπως αυτή της ADI (Acceptable Daily Intake) και των MRLs. Η έκθεση των ανθρώπων στις φυτοπροστατευτικές ενώσεις συνεπάγεται και την εκδήλωση κάποιων επιδράσεων οι οποίες οφείλονται κυρίως σε αποτυχία να περιορίσουμε την έκθεση σε αποδεκτά επίπεδα. Οι συγκεκριμένες επιδράσεις αφορούν κατά κύριο λόγο την οξεία έκθεση σε φυτοπροστατευτικές ενώσεις και εκδηλώνονται με τη μορφή της οξείας δηλητηρίασης ή αφορούν τη χρόνια έκθεση και εκδηλώνονται με τη μορφή χρόνιων βλαβών, όπως καρκινογένεση, μεταλλαξιγένεση, τερατογένεση κτλ. Οι εκδηλώσεις των διαφόρων προβλημάτων που αποτελούν συνέπεια της οξείας έκθεσης μπορούν να διακριθούν σε τρεις βασικές κατηγορίες:1) Στις δηλητηριάσεις που οφείλονται κυρίως στις τοξικές ιδιότητες της φυτοπροστατευτικής ένωσης 2) Στις μη ειδικές αντιδράσεις όπως εφίδρωση, ζαλάδα, τάση προς εμετό οι οποίες οφείλονται στις δυσάρεστες οσμές, στην εισπνοή διαλυτών, σταγονιδίων του ψεκαστικού υγρού, σκόνης εμποτισμένης με την φυτοπροστατευτική ένωση κτλ 3) Στον ερεθισμό του δέρματος, των ματιών και της αναπνευστικής οδού όταν ορισμένες ενώσεις έρθουν σε επαφή με το δέρμα, τα μάτια ή εισπνευσθούν. Σε ότι αφορά τις χρόνιες επιδράσεις υπάρχει ένας αριθμός μελετών τόσο στη διεθνή όσο και στην Ελληνική βιβλιογραφία που όμως δεν είναι αρκετός για να μας βοηθήσει να καταλήξουμε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Παρόλα αυτά υπάρχουν ενδείξεις οι οποίες βοηθούν στη σωστή οργάνωση των περαιτέρω ερευνών. Γενικά οι μελέτες στον αγροτικό πληθυσμό παρουσιάζουν το πρόβλημα της απομόνωσης συγκεκριμένων παραγόντων καθοριστικών για την έκβαση της έρευνας. Για παράδειγμα όταν οι ψεκαστές εκτίθενται σε 40 διαφορετικές δραστικές ενώσεις κατά τη διάρκεια του έτους είναι δύσκολο να συσχετιστεί στατιστικά η εκδήλωση συγκεκριμένων συμπτωμάτων με κάποιες από αυτές. Επίσης υπάρχει έλλειψη σε δεδομένα που αφορούν πρωτογενή στοιχεία όπως συνολική διάρκεια ψεκασμών κατά άτομο, δραστικές στις οποίες έχει εκτεθεί, ατομικά μέτρα προστασίας και βαθμός αποτελεσματικότητας αυτών κ.α. Στην τρίτη ενότητα παρουσιάζεται η νομοθεσία και η δομή του υφιστάμενου δικτύου ελέγχου. Ο ουσιαστικός ρόλος της νομοθεσίας σε ότι αφορά τα θέματα της δημόσιας υγείας είναι να προστατέψει το χρήστη των φυτοπροστατευτικών ενώσεων και τον καταναλωτή από τυχόν ανεπιθύμητες τοξικολογικές επιδράσεις. Στην παρούσα εργασία έγινε διαχωρισμός σε τρία διαφορετικά επίπεδα: 1) Φυτοπροστατευτικά προϊόντα και νομοθετικά μέτρα ελέγχου των επιπτώσεων στον άνθρωπο και στα παραγωγικά ζώα 2) Νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την κατάταξη και τη σήμανση των δραστικών ουσιών των φυτοπροστατευτικών ενώσεων 3) Νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν τις επιπτώσεις από υπολείμματα φυτοπροστατευτικών προϊόντων σε αγροτικά προϊόντα και μέτρα ελέγχου. Προκειμένου να διασφαλιστεί όσο το δυνατό περισσότερο η καταλληλότητα των διακινούμενων αγροτικών προϊόντων έχει οργανωθεί στη χώρα μας ένα δίκτυο ελέγχου αποτελούμενο κυρίως από κρατικούς φορείς. Οι έλεγχοι που γίνονται για την ανίχνευση και τον προσδιορισμό υπολειμμάτων φυτοπροστατευτικών ενώσεων αφορούν κυρίως σε: 1) Ελέγχους που πραγματοποιούν κρατικά εργαστήρια με βάση τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2)Αναλύσεις ιδιωτικών εργαστηρίων για τη χορήγηση πιστοποιητικών (εξαγωγές, πιστοποίηση ποιότητας προϊόντων και αυτοέλεγχοι βιομηχανιών) 3) Ερευνητικές εργασίες που πραγματοποιούν κυρίως τα ΑΕΙ και τα Ερευνητικά Ινστιτούτα. Τα κρατικά εργαστήρια που είναι υπεύθυνα για τη διενέργεια των ελέγχων είναι κατανεμημένα σε όλη την Ελλάδα. Συγκεκριμένα πρόκειται για τα: i) Τα εργαστήρια του Υπουργείου Γεωργίας (Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Πειραιά, Θεσσαλονίκης, Πάτρας, Ηρακλείου και Βόλου),ii) το εργαστήριο του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου και ii) το εργαστήριο του Γενικού Χημείου του Κράτους. Από τα δεδομένα των εργαστηριακών ελέγχων παρατηρούμε ότι οι ενώσεις που εμφανίζονται συχνά είναι οι: chlorpyriphos, phosalone και captan, endosulfan, methamidophos, διθειοκαρβαμιδικές ενώσεις και το phosmet. Η τέταρτη ενότητα της διδακτορικής διατριβής αποτελείται από το εργαστηριακό τμήμα. Συγκεκριμένα η ενότητα αυτή αποτελείται από τρεις εργασίες. Οι δυο εργασίες αφορούν: i)monitoring για υπολείμματα φυτοπροστατευτικών ενώσεων σε αγροτικά προϊόντα και συγκεκριμένα του dimethoate και fenthion σε δείγματα ελαιολάδου προερχόμενα από συμβατική και βιολογική καλλιέργεια, και ii) monitoring σε βιομηχανικά ροδάκινα προερχόμενα από συμβατική και ολοκληρωμένη διαχείριση για υπολείμματα των ακόλουθων ενώσεων: Methamidophos, Dimethoate, Chlorothalonil, Chlorpyrifos-Methyl, Parathion-Methyl, Malathion, Chlorpyrifos, Fenthion, Dicofol, Captan, Endosulfan, Ethion, Phosmet, Phosalone, Azinphos-methyl. Η τρίτη εργασία αφορά τη μελέτη αποικοδόμησης του methyl parathion σε τοπικές κλιματικές συνθήκες με βάση τις διαδικασίες της ορθής εργαστηριακής πρακτικής στις μελέτες αγρού, όπως απαιτεί η κοινοτική οδηγία 91/414/EC. Τα Ανώτατα Επιτρεπόμενα Όρια (MRLs, FAO/WHO Codex Alimentarius) στο ελαιόλαδο είναι 1 ppm για το fenthion και 0,05 ppm για το dimethoate. Με βάση τα αποτελέσματα της τριετούς παρακολούθησης μόνο σε ένα δείγμα ελαιολάδου από συμβατική καλλιέργεια ανιχνεύθηκαν επίπεδα υπολειμμάτων του dimethoate ανώτερα από τα επιτρεπτά (έτος 1999). Είναι φανερό επίσης ότι τα επίπεδα των υπολειμμάτων του dimethoate και του fenthion στα δείγματα ελαιόλαδου από συμβατική καλλιέργεια είναι σταθερά υψηλότερα από τα αντίστοιχα της βιολογικής καλλιέργειας. Τα δείγματα με μη ανιχνεύσιμα επίπεδα υπολειμμάτων προέρχονταν αποκλειστικά και μόνο από βιολογική καλλιέργεια ελιάς. Κύρια πηγή επιμόλυνσης του βιολογικού ελαιόλαδου θεωρήθηκε η επεξεργασία του σε ελαιουργεία τα οποία επεξεργάζονταν ταυτόχρονα και ελιές προερχόμενες από συμβατική καλλιέργεια. Σε ότι αφορά τα αποτελέσματα του ελέγχου στα ροδάκινα παρατηρούμε ότι οι συγκεντρώσεις των φυτοπροστατευτικών ενώσεων σε κανένα από τα δείγματα ροδάκινων που προέρχονταν από την ολοκληρωμένη διαχείριση δεν ξεπέρασαν τα MRLs ενώ σε ότι αφορά τα δείγματα που προέρχονταν από συμβατική διαχείριση βρέθηκαν 5 με συγκεντρώσεις του cholrpyrifos υψηλότερες από τα MRLs (0,2 mg/Kg). Οι ενώσεις που ανιχνεύθηκαν και στις δύο κατηγορίες δειγμάτων ήταν: chlorothalonil, parathion-methyl, malathion, chorpyrifos, phosmet. To chlorpyrifos-Methyl και το endosulfan ανιχνεύθηκαν μόνο σε δείγματα ροδάκινων που προέρχονταν από συμβατική καλλιέργεια. Το phosalone ήταν η μόνη ένωση που ανιχνεύθηκε αποκλειστικά σε δείγματα προερχόμενα από την ολοκληρωμένη διαχείριση ενώ το phosmet ήταν η μόνη ένωση που ανιχνεύθηκε στα παραπάνω δείγματα σε συγκεντρώσεις υψηλότερες από τις αντίστοιχες της συμβατικής. Επίσης πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η ένωση methamidophos δεν ανιχνεύθηκε σε κανένα δείγμα. Από τις δύο μελέτες αγρού καταλήξαμε σε ορισμένα συμπεράσματα που αφορούν την αποδοτικότερη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας και ιδιαίτερα του τομέα της φυτοπροστασίας, προκειμένου να βελτιωθούν οι δυνατότητες εκτίμησης του ασφαλούς χρόνου συγκομιδής των αγροτικών προϊόντων: 1. Η συνεργασία του επιβλέποντος γεωπόνου με τους τοπικούς μετεωρολογικούς σταθμούς κρίνεται αναγκαία προκειμένου να αξιοποιηθούν όσο το δυνατό καλύτερα τα μετεωρολογικά στοιχεία. Η δημιουργία μιας βάσης δεδομένων με μετεωρολογικά στοιχεία και με παρατηρήσεις αγρού, όπως για παράδειγμα διάμετρος καρπού, μέτρηση στερεών διαλυτών, αντοχή σάρκας στην πίεση κτλ, μπορούν να μας βοηθήσουν να προβλέψουμε τον κατάλληλο χρόνο συγκομιδής. Με βάση το δεδομένο αυτό μπορούν να προγραμματιστούν επεμβάσεις με φυτοπροστατευτικά προϊόντα που όμως δεν θα χαρακτηρίζονται από τον κίνδυνο να αφήσουν ανεπιθύμητα επίπεδα υπολειμμάτων κατά την περίοδο της συγκομιδής. 2. Στις οδηγίες φυτοπροστασίας που δίνονται στους παραγωγούς πρέπει να αναφέρεται ότι απαιτείται η εφαρμογή του ψεκαστικού διαλύματος να γίνεται ομοιόμορφα. Είναι συνήθης η πρακτική των χειριστών των μέσων φυτοπροστασίας να κατευθύνουν τον ψεκαστικό υγρό σε σημεία που παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση καρπών. Το γεγονός αυτό όμως ενέχει τον κίνδυνο να παραμείνουν στον καρπό υπολείμματα φυτοπροστατευτικών ενώσεων μεγαλύτερα από ότι αρχικά υπολογιζόταν με αποτέλεσμα, ειδικά εάν βρισκόμαστε σε περίοδο συγκομιδής, να ανιχνευθούν στους καρπούς επίπεδα υπολειμμάτων μεγαλύτερα από τα MRLs. Το δεύτερο πρόβλημα έγκειται στο ότι τα παθογόνα δεν βρίσκονται αποκλειστικά στους καρπούς αλλά και στα υπόλοιπα μέρη του φυτού και συνεπώς η μη επιτυχής κάλυψή τους με το ψεκαστικό υγρό ενέχει τον κίνδυνο να μην έχουμε ικανοποιητικά αποτελέσματα από φυτοπροστατευτικής άποψης. 3. Επίσης σε συνεργασία με ερευνητικούς φορείς μπορούν να οργανωθούν παρόμοια πειράματα ώστε να μελετηθεί καλύτερα η συμπεριφορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται κατά κόρο στις οδηγίες φυτοπροστασίας στις τοπικές κλιματικές συνθήκες.
Ημερομηνία έκδοσης 2003-07-01
Ημερομηνία διάθεσης 2004-01-22
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Ιατρική Σχολή--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 288

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 85