Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Ορολογικός έλεγχος συγγενών λοιμώξεων στην κύηση : Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου, 2018  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000423668
http
Τίτλος Ορολογικός έλεγχος συγγενών λοιμώξεων στην κύηση : Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου, 2018
Άλλος τίτλος Serological testing for congenital infections among pregnant women in the University Hospital of Heraklion, 2018
Συγγραφέας Μπιμπή, Βασιλική
Σύμβουλος διατριβής Δημητρίου, Ελένη
Μέλος κριτικής επιτροπής Γαλανάκης, Εμμανουήλ
Χατζηδάκη, Ελευθερία
Περίληψη Εισαγωγή: Οι συγγενείς λοιμώξεις αποτελούν σοβαρή απειλή για το αναπτυσσόμενο έμβρυο. Η διενέργεια προγεννητικού ανιχνευτικού ελέγχου, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, έχει καθοριστικό ρόλο στην εξάλειψη των κάθετα μεταδιδόμενων παθογόνων και συνακόλουθων λοιμώξεων. Η μελέτη της οροεπίπτωσης αυτών των παθογόνων στο γενικό πληθυσμό, παράλληλα με την επισήμανση συγκεκριμένων ομάδων υψηλού κινδύνου, όπως οι μετανάστες, καθιστούν εφικτή την ανάπτυξη ενός στοχευμένου σχεδίου δημόσιας υγείας. Υλικά και Μέθοδοι: Ελήφθησαν ορολογικά και δημογραφικά στοιχεία όλων των εγκύων γυναικών που γέννησαν από τον Ιανουάριο του 2018 έως το Δεκέμβριο του 2018 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Η οροεπίπτωση για τα HBV, HCV, HIV, CMV, Toxoplasma gondii, ερυθρά και σύφιλη εκτιμήθηκε και τα αποτελέσματα συσχετίστηκαν μεταξύ εθνοτήτων και ηλικιακών ομάδων. Αποτελέσματα: Μελετήθηκαν συνολικά 659 ιατρικά αρχεία εγκύων γυναικών, με βάση τον προγεννητικό έλεγχο, στον οποίο υπεβλήθησαν. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 30,4 ± 6,3 έτη. Με βάση την καταγεγραμμένη εθνικότητα των δεδομένων που διατηρούνται στα αρχεία ασθενών, οι γυναίκες χωρίστηκαν με κριτήρια συχνότητας και εγγύτητας σε 4 μεγάλες κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αποτελείται μόνο από εκείνες που θεωρούνται ελληνικής υπηκοότητας (n = 549, 83,3% του δείγματος). Η δεύτερη κατηγορία αφορά τις γυναίκες από την περιοχή των Βαλκανίων (Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία) και αντιπροσωπεύει το 11,9% του δείγματος (n = 78). Η τρίτη και η τέταρτη κατηγορία, αφορούν γυναίκες από την υπόλοιπη Ευρώπη (n = 9, 1,5%), και τον υπόλοιπο κόσμο (n = 23, 3,8%), αντίστοιχα. Στη δεύτερη κατηγορία, η πιο συχνά αναφερόμενη εθνότητα ήταν η Αλβανική με 46 γυναίκες (7,0% του δείγματος, 59,0% της κατηγορίας), ενώ η Βουλγαρία κατέγραψε 19 γυναίκες (2,9% του δείγματος, 24,4% της κατηγορίας δείγματος). Στην τέταρτη κατηγορία, συριακή υπηκοότητα είχαν 10 γυναίκες (1,5% του δείγματος, 43,5% της κατηγορίας). Η μέση οροθετικότητα του συνολικού πληθυσμού της μελέτης ήταν 0,81% για τον HBV, 0,5% για τον HCV, 0,3% HIV, 0% για σύφιλη, 18,5% για Toxoplasma, 67,3% για CMV και 91,3% για ερυθρά. Το ποσοστό των Ελληνίδων που εντοπίστηκαν με θετικό αποτέλεσμα για το HBsAg ήταν 0,4%, ενώ οι έγκυες από Αλβανία, είχαν υψηλότερη οροθετικότητα 4,7%. Η οροεπίπτωση του HCV, αντίστοιχα, στις Ελληνίδες ήταν 0,58%, ενώ δεν υπήρχε κανένα άλλο θετικό αποτέλεσμα μεταξύ των υπόλοιπων εγκύων γυναικών αυτής της μελέτης. Δεν υπήρξε θετικό αποτέλεσμα για τη σύφιλη. Η μέση οροεπίπτωση για το Toxoplasma μεταξύ των Ελληνίδων ήταν 18,5%, με την πλειοψηφία να διατρέχει κίνδυνο λοίμωξης, αλλά με χαμηλό ποσοστό ορομετατροπής 0,3%. Η οροθετικότητα CMV υπολογίστηκε σε 67,3% με ποσοστό ορομετατροπής 3,5% αντίστοιχα. Το ποσοστό των εγκύων γυναικών που ελέγχθηκε για την Ερυθρά, ανιχνεύτηκε στο 88%, με το 91,3% να παρουσιάζουν ανοσοεπάρκεια. Η εξέταση για Τοξόπλασμα πραγματοποιήθηκε στην πλειοψηφία των εγκύων γυναικών που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη αυτή, αλλά δεν επιβεβαιώθηκε κάποια συγγενής λοίμωξη κατά τη διάρκεια αυτού του έτους. Συμπεράσματα: Η οροεπίπτωση του HBV, παραμένει σημαντικά χαμηλότερη στις Ελληνίδες εγκύους, από ό, τι σε εκείνες με αλβανική προέλευση. Η οροεπίπτωση του Toxoplasma gondii καταγράφεται χαμηλή, με αποτέλεσμα η πλειοψηφία των γυναικών να διατρέχουν κίνδυνο μόλυνσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ενώ η CMV οροθετικότητα είναι σημαντικά υψηλότερη, παρέχοντας κάποια προστασία στην ευάλωτη αυτή, ομάδα. Στην πλειοψηφία των εγκύων γυναικών του συμπεριελήφθησαν στην μελέτη, διενεργήθηκε έλεγχος για HBV, HCV, HIV, τοξόπλασμα συμπεριλαμβανομένου και του αισθητά βελτιωμένου ποσοστού εξέτασης για σύφιλη. Ομοίως, στην περίπτωση του ανιχνευτικού ελέγχου για CMV φαίνεται να διενεργείται σχεδόν καθολικά από τους μαιευτήρες, επιβαρύνοντας οικονομικά το σύστημα υγείας, αν και τόσο τα ποσοστά ορομετατροπής όσο και οι επιβεβαιωμένες συγγενείς λοιμώξεις, ήταν ελάχιστα κατά την περίοδο της μελέτης.
Φυσική περιγραφή 58 σ. : πίν. σχήμ. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Cytomegalovirus
Human immunodeficiency virus
Pregnancy
Prenatal screening test
Rubella
Syphilis
Toxoplasma
Ερυθρά
Ηπατίτιδα C
Ηπατίτιδα Β
Κυτταρομεγαλοϊός
Προγεννητικός ανιχνευτικός έλεγχος
Σύφιλη
Τοξόπλασμα
Ημερομηνία έκδοσης 2019-07-17
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Ιατρική Σχολή--Τμήμα Ιατρικής--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
  Τύπος Εργασίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
Εμφανίσεις 8

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 4