Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Η αυξητική ορμόνη του πλακούντα στηγν ανίχνευση χρωμοσωματικών και συγγενών ανωμαλιών. Η προγνωστική της αξία στην ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη και στην γέννηση νεογνών χαμηλού βάρους  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000347789
Τίτλος Η αυξητική ορμόνη του πλακούντα στηγν ανίχνευση χρωμοσωματικών και συγγενών ανωμαλιών. Η προγνωστική της αξία στην ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη και στην γέννηση νεογνών χαμηλού βάρους
Συγγραφέας Παπαδοπούλου, Ελευθερία
Σύμβουλος διατριβής Καλμαντή, Μαρία
Μέλος κριτικής επιτροπής Κουμαντάκης, Ευγένιος
Καρκαβίτσας, Νικόλαος
Περίληψη Στη διάρκεια της εγκυμοσύνης ο πλακούντας παράγει την αυξητική ορμόνη του πλακούντα (human Placental Growth Hormone, hPGH), η οποία διαφέρει μόνο κατά 13 αμινοξέα από την υποφυσιακή αυξητική ορμόνη. Η hPGH είναι το προιόν του γονιδίου GH-V, το οποίο ανήκει στην οικογένεια των γονιδίων της αυξητικής ορμόνης (growth hormone gene-family) που εδράζεται στο μακρύ σκέλος του χρωμοσώματος 17. Η hPGH παράγεται και εκκρίνεται από τα συγκυτιοτροφοβλαστικά κύτταρα και στη διάρκεια της εγκυμοσύνης προοδευτικά αντικαθιστά στη μητρική κυκλοφορία την υποφυσιακή αυξητική ορμόνη. Οι συγκεντρώσεις της αυξάνονται προοδευτικά στο μητρικό ορό από την 5η-7η εβδομάδα έως το τέρμα της κύησης. Δεν ανιχνεύεται στην εμβρυική κυκλοφορία αλλά έχει δειχθεί ότι κατέχει σημαντικό ρόλο τόσο στη φυσιολογική προσαρμογή του οργανισμού της μητέρας στην κύηση όσο επίσης και στην εμβρυική ανάπτυξη. Ειδικότερα κατέχει σωματοτρόπες ιδιότητες και προάγει τη γλυκονεογένεση και τη λιπόλυση. Η hPGH φαιίνεται επίσης να ρυθμίζει τα επίπεδα συγκέντρωσης στη μητέρα του IGF-1 ο οποίος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη μεταφορά γλυκόζης και αμινοξέων στο έμβρυο. Η παρουσία hPGH υποδοχέων στην τροφοβλάστη υποδεικνύει ότι ότι ο φυσιολογικός ρόλος της ορμόνης περιλαμβάνει μια άμεση επίδραση στην ανάπτυξη και λειτουργία του πλακούντα μέσω αυτοκρινούς ή/και παρακρινούς μηχανισμού. Η hPGH ρυθμίζει την παροχή θρεπτικών συστατικών στο έμβρυο δια μέσω του πλακούντα, και δρα διεγερτικά στον πλακουντιακό ιστό. Συνεπώς η ορμόνη αυτή συμμετέχει στη ρύθμιση της εμβρυϊκής ανάπτυξης, και έχει βρεθεί να σχετίζεται θετικά με το βάρος του εμβρύου και το βάρος γέννησης του νεογνού. Με την παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνήθηκε η σχέση των συγκεντρώσεων της hPGH στο δεύτερο τρίμηνο της κύησης με παθολογικές καταστάσεις της κύησης και ειδικότερα με το σύνδρομο Down και την υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη που σχετίζεται με προεκλαμψία. Μελετήθηκαν δείγματα ορού από 21 έγκυες γυναίκες στις οποίες έχε διαγνωσθεί σύνδρομο Down στο 2ο τρίμηνο της κύησης. Τα δείγματα είχαν ληφθεί μεταξύ της 16ης και 23ης εβδομάδας της κύησης κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης αμνιοπαρακέντησης για τον προσδιορισμό του εμβρυικού καρυοτύπου. Στην ομάδα ελέγχου χρησιμοποήθηκαν δείγματα ορού που ελήφθησαν σε αντίστοιχη ηλικία εγκυμοσύνης από 62 γυναίκες με μονήρεις κυήσεις που δεν παρουσίασαν επιπλοκές και κατέληξαν στη γέννηση υγιών νεογνών φυσιολογικού βάρους. Ο προσδιορισμός των συγκεντρώσεων της ορμόνης έγινε με στερεάς φάσης ραδιοανοσομετρική μέθοδο και τη χρήση δύο διαφορετικών επιτόπιων. Η μέση τιμή της hPGH στον ορό των κυήσεων με σύνδρομο Down ήταν σημαντικά υψηλότερη (P<0.05) από τις φυσιολογικές κυήσεις: 9.4 (1.49-39.03) ng/ml έναντι 4.7 (0.53-7.88) ng/ml. Η αυξημένη παραγωγή της hPGH πιθανά οφείλεται σε μια προσπάθεια του πλακούντα να αντιρροπήσει τον ενδογενή περιορισμό της εμβρυϊκής ανάπτυξης, που αποτελεί ένα σταθερό χαρακτηριστικό των εμβρύων με σύνδρομο Down. Απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση του κατά πόσον ο προσδιορισμός των επιπέδων της hPGH στο μητρικό πλάσμα στο δεύτερο τρίμηνο της κύησης μπορεί να συμβάλλει στην ανίχνευση των κυήσεων με σύνδρομο Down. Ειδικότερα, εάν η προσθήκη του δείκτη αυτού μπορεί να αυξήσει τη διαγνωστική ευαισθησία ή να μειώσει τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα των χρησιμοποιούμενων προγράμματων προγεννητικού ελέγχου. Με σκοπό τη διερεύνηση των μεταβολών της hPGH σε κυήσεις που επιπλέκονται με ενδομήτρια υπολειπόμενη εμβρυική ανάπτυξη και προεκλαμψία, εξετάσθηκαν αναδρομικά ζεύγη δειγμάτων ορού και αμνιακού υγρού από 25 κυήσεις που εκδήλωσαν τις παραπάνω παθολογικές καταστάσεις στο τέλος του β’ τριμήνου ή στο γ’ τρίμηνο της κύησης. Τα δείγματα είχαν συλλεγχθεί μεταξύ 16ης και 22ης εβδομάδας της κύησης κατά τη διάρκεια εκτέλεσης αμνιοπαρακέντησης για την ανίχνευση του καρυοτύπου του εμβρύου, και χωρίς να υπάρχουν κλινικοί ή υπερηχογραφικοί δείκτες προεκλαμψίας ή ενδομήτριας υπολειπόμενης ανάπτυξης. Σαν ομάδα ελέγχου 1 χρησιμοποιήθηκαν 62 δείγματα ορού που είχαν ληφθεί την 16η-22η εβδομάδα κύησης από γυναίκες με κύηση που δεν παρουσίασε επιπλοκές, είχε ομαλή έκβαση και οδήγησε στη γέννηση νεογνού με φυσιολογικό βάρος γέννησης. Σαν ομάδα ελέγχου 2 χρησιμοποιήθηκαν 47 δείγματα αμνιακού υγρού τα οποία ελήφθησαν από γυναίκες που είχαν συμπεριληφθεί στην ομάδα ελέγχου 1, και είχαν υποβληθεί σε αμνιοπαρακέντηση. Ο προσδιορισμός των συγκεντρώσεων της ορμόνης έγινε με στερεάς φάσης ραδιοανοσομετρική μέθοδο και τη χρήση δύο διαφορετικών επιτόπιων. Η μέση τιμή της hPGH στον ορό και το αμνιακό υγρό των κυήσεων που επεπλάκησαν με ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη και προεκλαμψία ήταν σημαντικά υψηλότερη (P<0.05) από την αντίστοιχη σε φυσιολογικές κυήσεις κατά την 16η-22η εβδομάδα κύησης. Οι μέσες τιμές (±SD) ήταν στον ορό 13.16±10.52ng/ml έναντι 4.39±2.23ng/ml ενώ στο αμνιακό υγρό 2.49±1.6ng/ml έναντι 0.82±0.67ng/ml. Πιθανά σε κυήσεις που θα επιπλακούν με προεκλαμψία και ενώ ακόμη η νόσος ευρίσκεται σε λανθάνον προκλινικό στάδιο, η αυξημένη παραγωγή hPGH αποτελεί αντισταθμιστική αντίδραση στην εμβρυϊκή υπολειπόμενη ανάπτυξη. Μέσω της αυτοκρινούς και παρακρινούς δράσης της ορμόνης και της διέγερσης των υποδοχέων της hPGH στον πλακούντα, επάγεται η αυξημένη σύνθεση του IGF-1. Ο παράγοντας αυτός χαρακτηρίζεται από σωματογόνες, μιτογόνες και μεταβολικές ιδιότητες τόσο στη μητρική, όσο και στην εμβρυϊκή κυκλοφορία, γεγονός που επιδρά στην εμβρυϊκή ανάπτυξη μέσω της παροχής περισσότερων θρεπτικών συστατικών στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. H θετική επίδραση ωστόσο των αυξημένων επιπέδων της hPGH σταματάει πιθανά στο δεύτερο ήμισυ της κύησης – όπου και η νόσος εκδηλώνεται κλινικά - και το έμβρυο παρουσιάζει διαταραχές ανάπτυξης. Η αναπόφευκτη εξέλιξη της νόσου οδηγεί σε πλακουντιακή ανεπάρκεια η οποία πιθανά προκαλεί ανεπαρκή παραγωγή της hPGH, που με τη σειρά της επιτείνει την ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη. Μεγαλύτερες προοπτικές μελέτες απαιτούνται για να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης. Μια τέτοια επιβεβαίωση θα είναι σημαντική και θα επιτρέψει την κλινική αξιοποίηση του προσδιορισμού των επιπέδων της hPGH μεταξύ 16ης-22ης εβδομάδας κύησης, σαν προβλεπτικού ή/και διαγνωστικού δείκτη για την ανίχνευση κυήσεων αυξημένου κινδύνου για εκδήλωση προεκλαμψίας και ενδομήτριας υπολειπόμενης ανάπτυξης που θα οδηγήσει στη γέννηση νεογνών χαμηλού σωματικού βάρους. Θα ήταν επίσης ενδιαφέρουσα η παρακολούθηση των μεταβολών της hPGH και του IGF-1 παράλληλα με τη μετάπτωση από το προκλινικό στάδιο της νόσου στην κλινικά εκδηλούμενη προεκλαμψία και στην επιβράδυνση της σωματικής ανάπτυξης του εμβρύου.
Φυσική περιγραφή 131 σ. : πιν. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Down Syndrome
Placenta
Placental Hormones
Pre-Eclampsia
Πλακουντικές ορμόνες
Προεκλαμψία
Ημερομηνία έκδοσης 2007-07-26
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 110

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 20