Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Σύγκριση αναπαραγόμενων πληθυσμών δύο ειδών τσιροβάκων-Sylvia melanocephala και s. rueppelli- -στη νότια Ελλάδα με βάση τη φωνή και το ενδιαίτημα  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000361052
Τίτλος Σύγκριση αναπαραγόμενων πληθυσμών δύο ειδών τσιροβάκων-Sylvia melanocephala και s. rueppelli- -στη νότια Ελλάδα με βάση τη φωνή και το ενδιαίτημα
Άλλος τίτλος Comparison of breeding populations of two sylvia species-S. melanocephala and S. rueppelli- in southern Greece based on song and habitat
Συγγραφέας Ρηγοπούλου, Ελένη Γ.
Σύμβουλος διατριβής Μυλωνάς, Μωησής
Λύκα, Κωνσταντίνα
Ακριώτης, Τ.
Περίληψη Πιθανώς τα πουλιά είναι η μοναδική ταξινομική ομάδα ζώων που επιλέγει μόνο συγκεκριμένους τύπους ενδιαιτήματος για αναπαραγωγή, τροφή ή διαχείμαση. Η επιλογή του κατάλληλου ενδιαιτήματος γίνεται κυρίως με βάση τα δομικά χαρακτηριστικά της βλάστησης, τις δυνατότητες εύρεσης τροφής και δημιουργίας φωλιάς και την παρουσία άλλων ειδών. Η παρουσία στο ίδιο ενδιαίτημα μορφολογικά παρόμοιων ειδών μπορεί να εξηγηθεί με βάση δύο υποθέσεις. Η πρώτη υποστηρίζει την ύπαρξη έντονου ανταγωνισμού για χώρο και η δεύτερη τη διαφοροποίηση των οικολογικών θώκων ως αποτέλεσμα μικρών μορφολογικών και φυσιολογικών διαφορών που οδηγούν σε διαφορετικούς τρόπους εκμετάλλευσης του ενδιαιτήματος. Και οι δύο περιπτώσεις έχουν αναφερθεί για διάφορα είδη του γένους Sylvia. Εκτός από το κατάλληλο ενδιαίτημα σημαντικό κομμάτι της ζωής των πουλιών είναι και το τραγούδι τους. Πρόκειται για εκτενείς, πολύπλοκους ήχους που παράγονται από τα αρσενικά πουλιά κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου. Σκοπός του τραγουδιού είναι η υπεράσπιση της επικράτειας και η προσέλκυση θηλυκών ατόμων. Από το σονόγραμμα (γραφική παράσταση της συχνότητας του ήχου σε συνάρτηση με το χρόνο) ενός τραγουδιού μπορούν να υπολογιστούν διάφορες παράμετροι, οι οποίες στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για τη σύγκριση των χαρακτηριστικών των τραγουδιών τόσο ανάμεσα σε άτομα του ίδιου είδους, όσο και σε άτομα διαφορετικών ειδών. Φαινόμενο που παρατηρείται συχνά είναι η γεωγραφική ποικιλότητα στο τραγούδι ενός είδους και η ύπαρξη διαλέκτων, η οποία είναι δυνατό να οφείλεται στη μη ακριβή εκμάθηση του τραγουδιού των νεαρών ατόμων ή στο διαφορετικό τύπο βλάστησης. Αντίστοιχα λόγω ομοιοτήτων του ενδιαιτήματος συμπάτρια είδη έχουν ομοιότητες και στο τραγούδι τους. Αυτό μπορεί να οφείλεται και στο διαειδικό ανταγωνισμό, αφού όταν ένα είδος βλέπει ένα συμπάτριο και ανταγωνιστικό να εισβάλλει στην περιοχή επικράτειας του μπορεί να μιμηθεί το τραγούδι του για να την υπερασπιστεί. Τα τραγούδια τέλος των μεταναστευτικών ειδών είναι πιο πολύπλοκα, αφού όσο μεγαλύτερο είναι το ρεπερτόριο ενός αρσενικού τόσο ευκολότερα προσελκύει ένα θηλυκό άτομο, γεγονός πολύ σημαντικό στον πιο περιορισμένο διαθέσιμο χρόνο για αναπαραγωγή των πουλιών αυτών. Ανάμεσα στα είδη του γένους Sylvia, το S. melanocephala είναι ένα πολύ κοινό και ευρέως διαδεδομένο επιδημητικό είδος στη Μεσόγειο, ενώ το S. rueppelli είναι καλοκαιρινός επισκέπτης με σποραδική κατανομή στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα δύο είδη επιλέγουν παρόμοια ενδιαιτήματα για αναπαραγωγή και συχνά εμφανίζονται συμπάτρια σε περιοχές με μακκία βλάστηση. Στόχοι της εργασίας ήταν η καταγραφή των κατανομών και πυκνοτήτων των S. melanocephala και S. rueppelli σε κοινές περιοχές αναπαραγωγής τους,, η μελέτη του ενδιαιτήματος προτίμησης του κάθε είδους, η σύγκριση αυτών για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ τους όταν είναι συμπάτρια, ο έλεγχος για εμφάνιση γεωγραφικής ποικιλότητας του τραγουδιού του κάθε είδους, η σύγκριση του τραγουδιού τους για διαφοροποίηση ανάμεσα σε ένα επιδημητικό και σε έαν μεταναστευτικό είδος, καθώς και από περιοχή σε περιοχή για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει σύγκλιση των χαρακτηριστικών τους που υποδηλώνει ύπαρξη ανταγωνισμού. Επιλέχθηκαν για μελέτη δύο περιοχές της Ν. Ελλάδας, τα Αστερούσια όρη στην Κρήτη (επτά σταθμοί) και το όρος Υμηττός στην Αττική (ένας σταθμός), οι οποίες εμφάνιζαν τη χαρακτηριστική μακκία βλάστηση που επιλέγουν τα δύο είδη και περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο θάμνους Q. coccifera, P. lentiscus και C. vilosa. Kατά την περίοδο από 12 Απριλίου έως 26 Μαίου 2009 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 117 δειγματοληψίες με καταγραφές του αριθμού των ζευγαριών των S. melanocephala και S. rueppelli και των χαρακτηριστικών του ενδιαιτήματος, καθώς και ηχογράφηση τραγουδιών. Σχεδιάστηκαν στη συνέχεια χάρτες κατανομής τους στα Αστερούσια και στον Υμηττό, υπολογιστηκαν οι πυκνότητες των ειδών, κατασκευάστηκαν ιστογράμματα πυκνοτήτων και επεξεργάστηκαν οι ηχογραφήσεις. Με σταστιστική επεξεργασία ελέγχθηκε κατά πόσο οι πυκνότητες είναι ανεξάρτητες των χαρακτηριστικών της βλάστησης και του είδους και συκρίθηκαν τα χαρακτηριστικά των τραγουδιών ως προς την περιοχή για κάθε είδος χωριστά και μεταξύ των ειδών όταν εμφανίζονται συμπάτρια. Τις δύο μεγαλύτερες πυκνότητες παρουσιάζει το S. melanocephala σε δύο σταθμούς από τους οποίους απουσιάζει το S. rueppelli. Την τρίτη μεγαλύτερη πυκνότητα εμφανίζει το S. rueppelli σε εκείνον, απ’ όπου απουσιάζει το S. melanocephala. Στους υπόλοιπους σταθμούς όπου τα δύο είδη είναι συμπάτρια, οι πυκνότητες τους είναι αρκετά μικρότερες από τις παραπάνω, αλλά περίπου ίδιες, Το S. melanocephala σε σχέση με το S. rueppelli προτιμάει χαμηλότερο υψόμετρο, μικρότερες κλίσεις εδάφους, υψηλότερη βλάστηση και πυκνότερους θάμνους. Οι προτιμητέοι θάμνοι για φώλιασμα είναι το C. villosa για το S. melanocepaphala και το Q. coccifera για το S. rueppelli. Το επιδημητικό S. melanocephala σχηματίζει επικράτειες κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου νωρίτερα από το μεταναστευτικό S. rueppelli, γεγονός που πιθανότητα καθορίζει τη μετέπειτα κατανομή τους. Τα δύο είδη συναντώνται είτε αλλοπάτρια είτε συμπάτρια, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα χώρου που υπάρχει σε μια περιοχή και το χώρο που έχει καταλάβει αρχικά το S. melanocephala. Τις μεγαλύτερες πυκνότητες τις εμφανίζουν τα είδη όταν είναι αλλοπάτρια, ενώ είναι μικρότερες, αλλά παρόμοιες όταν είναι συμπάτρια. Οι πυκνότητες είναι μεγάλες λόγω των διάσπαρτων ιδανικών ενδιαιτημάτων τους που ίσως τα είδη τις αντιλαμβάνονται ως «νησιά». Φαίνεται να μην υπάρχει έντονη πιστότητα των ειδών σε συγκεκριμένη περιοχή και βλάστηση από έτος σε έτος. Η διαφοροποίηση του κατάλληλου ενδιαιτήματος ανάμεσα στα είδη είναι ένας τρόπος μείωσης του μεταξύ τους ανταγωνισμού όταν είναι συμπάτρια. Καμία διαφορά των χαρακτηριστικών του τραγουδιού δεν παρατηρήθηκε ανάμεσα στις περιοχές μελέτης τόσο για το S. melanocephala όσο και για το S. Rueppelli που σημαίνει ότι δεν υπάρχει γεωγραφική ποικιλότητα στο τραγούδι τους. Το S. melanocephala έχει υψηλότερη συχνότητα με τη μέγιστη ένταση, μεγαλύτερη μέση διάρκεια νοτών, μικρότερη μέση διάρκεια παύσεων ανάμεσα στις νότες, λιγότερες διαφορετικές νότες ανά τραγούδι και μικρότερη ποικιλότητα σε νότες από το S. rueppelli. Το τραγούδι του S. rueppelli έχει μεγαλύτερο ρεπερτόριο από νότες και είναι πολυπλοκότερο από αυτό του S. melanocephala, όπως αναμένεται για μεταναστευτικά είδη που έχουν λιγότερο διαθέσιμο χρόνο για αναπαραγωγή. Ομοιότητες των χαρακτηριστικών του τραγουδιού παρατηρούνται εκεί όπου τα είδη είναι συμπάτρια. Η σύγκλιση αυτή του τραγουδιού οφείλεται περισσότερο στην ομοιότητα των ενδιαιτημάτων τους παρά στην ύπαρξη ανταγωνισμού.
Φυσική περιγραφή 61 σ. : χάρτ., πίν., έγχ. εικ. ; 30 εκ.
Γλώσσα Αγγλικά, Ελληνικά
Θέμα Densities
Habitat requirements
Song comparison
Sympatric species
Πυκνότητες
Συμπάτρια είδη
Σύγκριση τραγουδιού
Χαραχτηριστικά ενδιαιτήματος
Ημερομηνία έκδοσης 2010-11-19
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών--Τμήμα Βιολογίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
  Τύπος Εργασίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
Εμφανίσεις 65

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 27