Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Μελέτη αιμοποίησης σε νεογνά , βρέφη, παιδιά.Αξξιολόγηση δράσησς κυτταροκινών.Χρόνια καλοήθης ουδετεροπενία της βρεφικής και παιδικής ηλικίας.  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου uch.med.phd//2002perdikogianni
Τίτλος Μελέτη αιμοποίησης σε νεογνά , βρέφη, παιδιά.Αξξιολόγηση δράσησς κυτταροκινών.Χρόνια καλοήθης ουδετεροπενία της βρεφικής και παιδικής ηλικίας.
Άλλος τίτλος Study of hemopoiesis in neonates, infants and children. Evaluation of the role and action of cytokines. The case of chronic benign neutropenia of infancy and childhood
Συγγραφέας Περδικογιάννη, Χρυσούλα
Περίληψη Η χρόνια καλοήθης ουδετεροπενία της βρεφικής και παιδικής ηλικίας αποτελεί την πιο συχνή μορφή ουδετεροπενίας των παιδιών. Θεωρείται πρωτοπαθής διαταραχή αυτοάνοσης αιτιολογίας αλλά το αίτιο που πυροδοτεί τον ανοσολογικό μηχανισμό παραμένει αδιευκρίνιστο. Σκοπός της μελέτης ήταν η ποσοτική και ποιοτική αξιολόγηση των προγονικών κυττάρων της κοκκιώδους σειράς για να διερευνηθεί πως αντιδρά ο μυελός των οστών στην κυτταροπενία και ο προσδιορισμός του ρόλου του ενδογενούς αυξητικού παράγοντα των κοκκιοκυττάρων (G-CSF) και των μορίων προσκόλλησης ICAM-1 και Ε-σελεκτίνης στην παθογένεια της χρόνιας καλοήθους ουδετεροπενίας των παιδιών και στη διαφοροποίησή της από δευτεροπαθείς ουδετεροπενίες διαφορετικής αρχής. Ο G-CSF επάγει τον πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίηση των προγονικών κυττάρων και προάγει τη λειτουργικότητα και την επιβίωση των ώριμων ουδετερόφιλων, ενώ τα μόρια προσκόλλησης ICAM-1 και Ε-σελεκτίνη εκφράζονται στην επιφάνεια των ενδοθηλιακών κυττάρων μετά από ενεργοποίηση με IL-1β και TNF-α διευκολύνοντας τη διολίσθηση, την προσκόλληση, την εξαγγείωση και τη μετανάστευση των ουδετεροφίλων στους ιστούς σε θέσεις φλεγμονής. Μελετήθηκαν 35 παιδιά με πρωτοπαθή καλοήθη ουδετεροπενία στη διάγνωση. Για τη μελέτη της δευτεροπαθούς ουδετεροπενίας χρησιμοποιήθηκαν 25 παιδιά με οξεία λευχαιμία (23 ΟΛΛ, 2 ΟΜΛ) σε ύφεση, 16 από τα οποία είχαν εκδηλώσει ουδετεροπενία λόγω μυελοτοξικής δράσης της χημειοθεραπείας. Την ομάδα ελέγχου αποτέλεσαν 30 παιδιά αντίστοιχης ηλικίας χωρίς κακόηθες νόσημα ή ουδετεροπενία ή εστία λοίμωξης στα οποία το μυελόγραμμα έγινε στα πλαίσια διερεύνησης της νόσου τους. Έγιναν καλλιέργειες μονοπύρηνων κυττάρων του μυελού των οστών σε μεθυλοκυτταρίνη για την εκτίμηση του παραγόμενου αριθμού αποικιών προγονικών αιμοποιητικών κυττάρων της κοκκιώδους και της ερυθράς σειράς (CFU-GM και BFU-E αντίστοιχα). Για την εκτίμηση της επαναπολλαπλασιαστικής ικανότητας των CFU-GM που σχετίζεται με την ικανότητα του μυελού να παράγει ώριμα ουδετερόφιλα έγιναν ανακαλλιέργειες CFU-GM την έβδομη μέρα της καλλιέργειας και υπολογισμός του αριθμού και της κατανομής των δευτερογενών αποικιών. Για τον ποσοτικό προσδιορισμό των επιπέδων στον ορό του G-CSF, των διαλυτών μορίων προσκόλλησης ICAM-1 και Ε-σελεκτίνης και των κυτταροκινών που επάγουν την έκφρασή τους στην επιφάνεια των ενδοθηλιακών κυττάρων TNF-α και IL-1β χρησιμοποιήθηκε η ανοσοενζυμική τεχνική ELISA. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στη χρόνια καλοήθη ουδετεροπενία είναι φυσιολογικός ο αριθμός (p=0.29) και η επαναπολλαπλασιαστική ικανότητα των CFU-GM στο σύνολο των περιπτώσεων (p=0.12). Η τελευταία αυξάνεται στατιστικώς σημαντικά στις περιπτώσεις σοβαρής ουδετεροπενίας με ΑΑΠ<500 (p=0.03). Στο σύνολο των περιπτώσεων δεν διαπιστώθηκε συσχέτιση της επαναπολλαπλασιαστικής ικανότητας των CFU-GM με τον απόλυτο αριθμό πολυμορφοπυρήνων (r = - 0.45, p = 0. 26), με τα επίπεδα του G-CSF στον ορό (r=0.24, p=0.5) ή με την ηλικία διάγνωσης της νόσου (r = -0.2, p=0.5). Στις δευτεροπαθείς ουδετεροπενίες μετά από χημειοθεραπεία η επαναπολλαπλασιαστική ικανότητα των CFU-GM παραμένει φυσιολογική (p=0.2), αλλά σχετίζεται αρνητικά με τον αριθμό των κυκλοφορούντων ουδετεροφίλων (r = - 0.64, p=0.02). Τα επίπεδα του ICAM-1 και της Ε-σελεκτίνης σχετίζονται θετικά μεταξύ τους (r=0.55, p=0.015) και ισχυρώς αρνητικά με τον απόλυτο αριθμό πολυμορφοπυρήνων (r= -0.64, p=0.003, r= -0.5, p= 0.04 για το ICAM-1 και την Ε-σελεκτίνη αντίστοιχα). Στην ομάδα της οξείας λευχαιμίας σε ύφεση η εκδήλωση ουδετεροπενίας δεν επηρέασε τις τιμές των επιπέδων των εν λόγω μορίων στον ορό των ασθενών (p=0.14, p=0.3 αντίστοιχα για την Ε-σελεκτίνη και το ICAM-1). Τα επίπεδα των δύο μορίων προσκόλλησης στην ομάδα της δευτεροπαθούς ουδετεροπενίας είναι σημαντικά χαμηλότερα σε σύγκριση με τα επίπεδα στον ορό των ασθενών με χρόνια καλοήθη ουδετεροπενία (p<0.001 και για τα δύο μόρια) και δε σχετίζονται με τον απόλυτο αριθμό πολυμορφοπυρήνων. Τα επίπεδα του TNF-α και της IL-1β στον ορό των ασθενών με χρόνια καλοήθη ουδετεροπενία είναι αυξημένα συγκριτικά με τα επίπεδα των φυσιολογικών (p=0.01, p=0.04 αντίστοιχα) και των δευτεροπαθών ουδετεροπενιών (p<0.001, p=0.5 αντίστοιχα) και σχετίζονται ισχυρώς αρνητικά με τον αριθμό των κυκλοφορούντων ουδετεροφίλων (r = -0.58, p=0.01 για τον TNF-α και r = -0.62, p=0.04 για την IL-1β). Τα επίπεδα του TNF-α σχετίζονται θετικά με τα επίπεδα του ICAM-1 και του G-CSF στον ορό (r= 0.67, p<0.01 και r=0.65, p=0.01 αντίστοιχα). Τα επίπεδα της IL-1β σχετίζονται θετικά με τα επίπεδα της Ε-σελεκτίνης και του G-CSF στον ορό (r= 0.67, p=0.04 και r=0.67, p=0.04 αντίστοιχα). Τα επίπεδα του G-CSF στον ορό των παιδιών με χρόνια καλοήθη ουδετεροπενία στη διάγνωση παρουσίασαν μεγάλη διακύμανση τιμών και η πλειοψηφία αυτών κυμαίνονταν μέσα στο εύρος του φυσιολογικού. Η μέση τιμή της συγκέντρωσης G-CSF στον ορό δε διέφερε στατιστικώς σημαντικά από τα φυσιολογικά επίπεδα (p=0.05). Τα επίπεδα του G-CSF ήταν αυξημένα στην ομάδα της σοβαρής ουδετεροπενίας (p=0.02) αλλά στο σύνολο των περιστατικών δε βρέθηκε ισχυρή συσχέτιση των επιπέδων G-CSF με τον αριθμό των λευκοκυττάρων (r= - 0.27, p=0.3) ή με τον απόλυτο αριθμό πολυμορφοπυρήνων (r= -0.2, p=0.4). Τα επίπεδα του G-CSF σχετίζονται θετικά με τα επίπεδα του διαλυτού ICAM-1 στον ορό (r= 0.53, p=0.01) και με τον αριθμό των μονοκυττάρων στο περιφερικό αίμα (r=0.56, p=0.03). Η μέση τιμή της συγκέντρωσης του ενδογενούς G-CSF στην ύφεση της οξείας λευχαιμίας ανεξαρτήτως ουδετεροπενίας ήταν χαμηλή και δεν διέφερε από την αντίστοιχη τιμή των φυσιολογικών (p=0.26). Συμπερασματικά, στη χρόνια καλοήθη ουδετεροπενία των παιδιών η διαταραχή αφορά τα ώριμα πολυμορφοπύρηνα και δεν επηρεάζει ποσοτικά τα προγονικά κύτταρα της κοκκιώδους σειράς τα οποία παρουσιάζουν αυξημένη επαναπολλαπλασιαστική ικανότητα στις περιπτώσεις σοβαρής ουδετεροπενίας Ο βαθμός της ουδετεροπενίας σχετίζεται θετικά με τα επίπεδα της Ε-σελεκτίνης και του ICAM-1 στον ορό των ασθενών. Τα επίπεδα του TNF-α και της IL-1β που επάγουν την ενεργοποίηση του ενδοθηλίου και την έκφραση των δύο μορίων προσκόλλησης στην επιφάνειά του και την παραγωγή G-CSF είναι αυξημένα στον ορό των ασθενών συγκρινόμενα με τα φυσιολογικά και σχετίζονται θετικά με το βαθμό της ουδετεροπενίας. Τα επίπεδα του G-CSF παρουσιάζουν μεγάλο εύρος κατανομής αλλά στην πλειοψηφία των περιπτώσεων κυμαίνονται εντός των φυσιολογικών ορίων και δε ρυθμίζονται ανάλογα με τον αριθμό των κυκλοφορούντων ουδετεροφίλων. Η συγκέντρωσή του G-CSF στον ορό σχετίζεται με την ενεργοποίηση του ενδοθηλίου. Οι ενδείξεις συμμετοχής του ενεργοποιημένου ενδοθηλίου στην εκδήλωση σοβαρής καλοήθους ουδετεροπενίας θέτουν την υποψία συνυπάρχουσας, λανθάνουσας υποκλινικής φλεγμονής.
Ημερομηνία έκδοσης 2002-07-01
Ημερομηνία διάθεσης 2003-07-07
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Ιατρική Σχολή--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 294

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 7