Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Μελέτη του ρόλου των πρωτεογλυκανών θειικής ηπαράνης σε κυτταρικές σειρές ανθρώπινου μελανώματος μεταστατικής και πρωτοπαθούς προέλευσης : έλεγχος και συγκριτική ανάλυση της βιοσύνθεσης, της βιοδιαθεσιμότητας και της συνεισφοράς αυτών των πρωτεογλυκανών στον καρκινικό φαινότυπο  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000374866
Τίτλος Μελέτη του ρόλου των πρωτεογλυκανών θειικής ηπαράνης σε κυτταρικές σειρές ανθρώπινου μελανώματος μεταστατικής και πρωτοπαθούς προέλευσης : έλεγχος και συγκριτική ανάλυση της βιοσύνθεσης, της βιοδιαθεσιμότητας και της συνεισφοράς αυτών των πρωτεογλυκανών στον καρκινικό φαινότυπο
Άλλος τίτλος The effect of heparan sulphate proteoglycans (HSPGS) on metastatic and primary melanoma cell lines.Investigation and comparison of the biosynthesis ,bioavailability and role of these proteoglycans in melanoma development
Συγγραφέας Χαλκιαδάκη, Γεωργία
Σύμβουλος διατριβής Τζανακάκης, Γεώργιος
Μέλος κριτικής επιτροπής Κρασαγάκης, Κ.
Ζαφειρόπουλος, Α.
Περίληψη Το μελάνωμα είναι ένας διαρκώς αυξανόμενος και ιδιαίτερα επιθετικός όγκος που προέρχεται από την κακοήθη εξαλλαγή των μελανοκυττάρων. Τα μελανοκύτταρα παράγουν μελανίνη και προσφύονται στη βασική μεμβράνη ανάμεσα στα κύτταρα της βασικής στoιβάδας των κερατινοκυττάρων. Κατά την εξέλιξη τους, ενδέχεται να παρουσιάσουν ένα μη φυσιολογικό μετασχηματισμό, γεγονός που οδηγεί στην δημιουργία και στην ανάπτυξη όγκου. Η ανάπτυξη του μελανώματος φαίνεται να επηρεάζεται από τις αλληλεπιδράσεις που υπάρχουν μεταξύ των νεοπλασματικών και των παρακείμενων φυσιολογικών κυττάρων του δέρματος, όπως είναι τα κύτταρα της δερμίδας. Επίσης, η ποιότητα και η ακεραιότητα της εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας, μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη και την ανάπτυξη του μελανώματος. Η εμφάνιση και η βιολογική συμπεριφορά του μελανώματος τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει ενδιαφέρον τόσο λόγω της αυξημένης συχνότητας και της φτωχής πρόγνωσης του. Οι πρωτεογλυκάνες (PGs) είναι σύμπλοκα μακρομόρια που αποτελούνται από ένα πρωτεϊνικό κορμό πάνω στον οποίο συνδέονται ομοιοπολικά μία ή περισσότερες αλυσίδες γλυκοζαμινογλυκανών. Ανήκουν σε διαφορετικές τάξεις, ανάλογα με τον εντοπισμό τους ως προς το κύτταρο (εξωκυττάριες, μεμβρανικές και ενδοκυττάριες), ανάλογα με το είδος των γλυκοζαμινογκυκανών (GAGs) που περιέχουν, καθώς και ανάλογα με την πρωτογενή δομή του πρωτεϊνικού τους κορμού. Οι PGs, έχουν εξαιρετική ποικιλότητα ως προς το μέγεθος, το σχήμα και τη χημεία τους. Εκτός από το ότι παρέχουν ενυδατωμένο χώρο γύρω από τα κύτταρα, οι πρωτεογλυκάνες επιτελούν πολλές περίτεχνες λειτουργίες. Μπορούν να σχηματίσουν πηκτές με ποικίλη πυκνότητα φορτίων και μέγεθος πόρων, που δρουν ως ηθμοί για να ρυθμίζουν τη δίοδο μορίων διαμέσου του εξωκυττάριου χώρου. Σε συνδυασμό με τις κολλαγόνες ίνες προσδίδουν ισχύ και ανθεκτικότητα σε διάφορες δομές (μύτη, αυτιά, κ.ά.). Τα μέλη των πρωτεογλυκανών της οικογένειας κυρίως της θειικής ηπαράνης, λειτουργούν στην κυτταρική επιφάνεια ως υποδοχείς. Οι υποδοχείς αυτοί μεταβιβάζουν πληροφορίες στο εσωτερικό των κυττάρων που επιφέρουν αλλαγές στη μορφή, κινητικότητα, προσκόλληση, αύξηση και διαφοροποίησή τους. Τα κύτταρα του μελανώματος αντιδρούν με το μικροπεριβάλλον τους μέσω της απελευθέρωσης εκκρινόμενων ουσιών και μέσω της άμεσης κύτταρο με κύτταρο επαφής. Αυτοκρινείς αυξητικοί παράγοντες όπως ο FGF-2 που παράγεται από τα κύτταρα του ΠΕΡΙΛΗΨΗ V μελανώματος, διεγείρει τον πολλαπλασιασμό των ίδιων των αρχέγονων κυττάρων και παρακρινείς αυξητικοί παράγοντες όπως ο PDGF και ο VEGF ρυθμίζουν το μικροπεριβάλλον προάγοντας την ανάπτυξη του όγκου και την διήθηση του. Οι παρακρινικές επιδράσεις περιλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών, την ίνωση και την αγγειογέννεση. Έχει αναφερθεί ότι η παραγωγή αυξητικών παραγόντων από τα κύτταρα του μελανώματος είναι η κινητήριος δύναμη για την εξέλιξη του ακτινωτού (RGP) σε κατακόρυφο (VGP) μελάνωμα, διότι ελέγχουν εκτός από την ανάπτυξη του όγκου και τον σχηματισμό του στρώματος. Οι τέσσερεις, από το μελάνωμα παραγόμενοι, αυξητικοί παράγοντες με δυνατότητα επαγωγής του στρώματος είναι ο FGF-2, ο PDGF, ο VEGF και ο TGFb. Οι FGF-2, TGFb και ο PDGF εκφράζονται από το πρωτοπαθές κατακόρυφα αναπτυσσόμενο μελάνωμα και από τα μεταστατικά κύτταρα του μελανώματος. Ένας από τους πιο σημαντικούς αυξητικούς παράγοντες που όπως ειπώθηκε προηγουμένως, προέρχονται από τα κύτταρα του μελανώματος αλλά όχι από τα φυσιολογικά μελλανοκύτταρα είναι ο FGF-2, ο οποίος θεωρείται ότι είναι σημαντικός ρυθμιστής του κυτταρικού πολλαπλασιασμού, της μετανάστευσης και της διαφοροποίησης. Στη μελέτη μας δείχνουμε ότι η κυτταρική μετανάστευση στα ανθρώπινα Μ5 μεταστατικής ικανότητας κύτταρα μελανώματος αυξάνεται από τον εξωγενώς προστιθέμενο FGF-2, ενώ η ουδετεροποίηση του ενδογενή FGF-2 με τη χρήση ειδικού προς τον FGF-2 αντισώματος διεγείρει την κυτταρική προσκόλληση. Επίσης σε παλαιότερες μελέτες μας δείξαμε ότι ο FGF-2 επηρεάζει την κατανομή και την ποσότητα έκφρασης των γλυκοσαμινογλυκανών/πρωτεογλυκανών στα Μ5 κύτταρα. Στη μελέτη μας φαίνεται ότι ο FGF-2 μειώνει την έκφραση της πρωτεογλυκάνης θειικής ηπαράνης-συνδεκάνη 4. Η συνδεκάνη 4 σε πολλές κυτταρικές σειρές, είναι ένα κύριο συστατικό για την εστιακή προσκόλληση αφού έχει την ικανότητα να αλληλεπιδρά με πολλά μόρια της εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας, όπως την ινονεκτίνη (FN). Χρησιμοποιήσαμε ειδικές αλληλουχίες siRNA προκειμένου να μπλοκάρουμε τη σύνθεση της ενδογενής συνδεκάνης 4. Η μείωση της συνδεκάνης 4 αύξησε την κινητικότητα των κυττάρων μελανώματος και συγχρόνως μείωσε την κυτταρική προσκόλληση στο ειδικό υπόστρωμα FΝ, γεγονός που μας δείχνει το σημαντικό ρόλο της συνδεκάνης 4 στη ρύθμιση των συγκεκριμένων κυτταρικών λειτουργιών. Προηγούμενες μελέτες έδειξαν ότι η συνδεκάνη 4 ρυθμίζει την φωσφορυλίωση της κινάσης εστιακής προσκόλλησης (focal adhesion kinase-FAK). ΠΕΡΙΛΗΨΗ VI Στις γλυκοζαμινογλυκάνες θειικής ηπαράνης ανήκει και η ηπαρίνη η οποία αλληλεπιδρά με τους αυξητικούς παράγοντες και μόρια της εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας. Μελέτες δείχνουν οτι η ηπαρίνη και τα παράγωγα της επηρεάζουν την εξέλιξη του καρκίνου. Στη μελέτη μας δείχνουμε ότι η ηπαρίνη με μοριακό βάρος 15-30kDa (unfractioned heparin-UFH) απορροφάται από τα κύτταρα και αναστέλλει την κυτταρική μετανάστευση και προσκόλληση επηρεάζοντας συγκεκριμένα σηματοδοτικά μονοπάτια. Η μειωμένη ικανότητα των κυττάρων να προσκολληθούν στο υπόστρωμα FN φαίνεται ότι συνδέεται με την μειωμένη έκφραση της FAK. Η εξωγενώς προστιθέμενη ηπαρίνη ανέστειλε σημαντικά την έκφραση τόσο της FAK όσο και τη φωσφορυλίωση της FAK που επάγεται από τη προσκόλληση στη FN. Επίσης, η ηπαρίνη φαίνεται να αυξάνει την έκφραση του P53 (p≤0.001) και συνεπώς τη συσσώρευσή του στον πυρήνα, γεγονός που αναστέλλει την διέγερση του ενεργοποιητή της FAK και τα επίπεδα έκφρασης της πρωτεΐνης της FAK. Από τα αποτελέσματα αυτά είναι ξεκάθαρο οτι η δράση της ηπαρίνης στη ρύθμιση της κυτταρικής προσκόλλησης και μετανάστευσης συνδέεται με τα P53/FAK σηματοδοτικά μονοπάτια που πιθανόν θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχο για τη θεραπεία του μελανώματος. Παρά την αντιμεταστατική δράσης της, η UFH δεν απορροφάται εύκολα από το έντερο και έχει δειχθεί ότι η μακροχρόνια χρήση της επιφέρει παρενέργειες στον οργανισμό. Θεωρήσαμε λοιπόν σημαντικό να εξετάσουμε την ηπαρινη μικρού μοριακού βάρους 5kDa (low molecular weight heparin-LMWH) και να διερευνήσουμε τις πιθανές κυτταρικές λειτουργίες της. Η LMWH παίζει προστατευτικό ρόλο στον καρκίνο. 4στόσο, ο μηχανισμός μέσω του οποίου LMWH επηρεάζει την κυτταρική συμπεριφορά δεν είναι γνωστή. Μελετήσαμε τη δράση της σε ενδοκυτταρικό επίπεδο, και τον τρόπο που συμμετέχει στην κυτταρική προσκόλληση και τη μετανάστευση. Η χορήγηση της LMWH στα M5 κύτταρα προκάλεσε μείωση της ενεργοποίησης (p ≤ 0,01) της πρωτεϊνικής κινάσης (PKCa) ενώ επηρέασε και την κατανομή της pPKCa στο κύτταρο, προκαλώντας μείωση της pPKCa (p ≤ 0,05) στο κυτταρόπλασμα και ταυτόχρονα αύξηση στον πυρήνα (p ≤ 0,01). Η μείωση της προσκόλλησης και μετανάστευσης που παρατηρήθηκε από τη χορήγηση της LMWH, συνδέεται άμεσα με τη μείωση της ενεργοποίησης της PKCa. Επίσης η LMWH επηρέασε τη μορφολογία των κυττάρων και την οργάνωση των ινιδίων της ακτίνης, που όπως φάνηκε συνδέεται με τη μείωση ενός μορίου που ανήκει στην οικογένεια των ΜΑΡΚs, της pJNK (p ≤ 0,01). ΠΕΡΙΛΗΨΗ VII Από τα παραπάνω φαίνεται ο προστατευτικός ρόλος των HSPGs/HSGAGs στο μελάνωμα. Λάβαμε σημαντικές πληροφορίες όσον αφορά τη ρύθμιση της δράσης τους στη βιολογική συμπεριφορά κυττάρων ανθρώπινου μελανώματος και τους εμπλεκόμενους μηχανισμούς δράσης τους. Το μελάνωμα αποτελεί έναν από τους πιο επιθετικούς καρκίνους του δέρματος και η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου είναι μεγάλης σημασίας. Η δε μελέτη των μηχανισμών που εμπλέκονται στην εξέλιξη του μελάνωματος αποσκοπεί στην άντληση βασικών πληροφοριών ικανών να οδηγήσουν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του μελανώματος.
Φυσική περιγραφή 131 σ : πιν. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Biochemistry
Extracellular matrix
Fibronectin
Glycosaminoglycan
Heparan sulphate
Heparin
Melanoma
Proteoglycan
Γλυκοζαμινογλυκάνη
Εξωκυττάρια θεμέλια ουσία
Ηπαρίνη
Θειική ηπαράνη
Ινονεκτίνη
Μελάνωμα
Πρωτεογλυκάνη
Ημερομηνία έκδοσης 2011-07-15
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Ιατρική Σχολή--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 127

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 2