Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    The effects of different seasonal training programs in the production of the adrenal and the gonadal sex hormones  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000388364
Τίτλος The effects of different seasonal training programs in the production of the adrenal and the gonadal sex hormones
Άλλος τίτλος Οι επιδράσεις διαφορετικής προπονητικής επιβάρυνσης στην παραγωγή των επινεφριδικών και γοναδικών ορμονών του φύλου
Συγγραφέας Κουνδουράκης, Νικόλαος Ε
Σύμβουλος διατριβής Μαργιωρής, Ανδρέας
Μέλος κριτικής επιτροπής Καστανάς, Ηλίας
Τσατσάνης, Χρήστος
Περίληψη Σκοπός: Πρωτεύων σκοπός της παρούσας μελέτης ήταννα εξετάσει την επίδραση τριών διαφορετικών προγραμμάτων κατά την διάρκεια μιας ποδοσφαιρικής χρονιάς όσον αφορά τον όγκο και το φορτίο της προπόνησης δύναμης στα γοναδικά και επινεφριδικά στεροειδή του φύλου και σε παραμέτρους της αθλητικής απόδοσης σε επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Επιπλέον, εξετάσαμε τις πιθανές σχέσεις μεταξύ των στεροειδών του φύλου και των μετρούμενων παραμέτρων της αθλητικής απόδοσης. Ως δευτερεύων σκοπός ήταν να εξετάσουμε τις επιδράσεις την μεταβατικής περιόδου μειωμένης προπονητικής επιβάρυνσης, που έλαβε χώρα πριν την έναρξη της ποδοσφαιρικής αθλητικής χρονιάς (κύριος στόχος της έρευνας), στα γοναδικά και επινεφριδικά στεροειδή του φύλου και στις παραμέτρους της αθλητικής απόδοσης αλλά και τις πιθανές συσχετίσεις μεταξύ τους. Επιπλέον εξετάσαμε τις επιδράσεις και των δυο περιόδων σε επιλεγμένους δείκτες οστικού μεταβολισμού, στο λιπαιδιμικό προφίλ, στον αριθμό ερυθρών αιμοσφαιρίων και στην ταχύτητα καθίζησης. Τέλος εξετάσαμε την επίδραση της μεταβατικής περιόδου στα επίπεδα της βιταμίνης D, και τις πιθανές συσχετίσεις αυτής με τις παραμέτρους της αθλητικής απόδοσης. Μεθοδολογία: Εξήντα επτά (67) ποδοσφαιριστές, μέλη τριών ποδοσφαιρικών ομάδων (Ομάδα Α, n=23, ύψος=79.1±1.3; Ομάδα B, n=22, ύψος=182±2.3; και Ομάδα Γ, n=22,ύψος=181±1.4) πήραν μέρος στην μελέτη. Οι παίκτες αξιολογήθηκαν στις μετρούμενες παραμέτρους σε τέσσερις διαφορετικές περιόδους. Η πρώτη εξέταση έλαβε χώρα αμέσως μετά το τέλος της προηγούμενης ποδοσφαιρικής περιόδου, η δεύτερη αμέσως πριν την έναρξη της επόμενης ποδοσφαιρικής περιόδου, και η τρίτη και τέταρτη στο μέσο και στο τέλος της επόμενης ποδοσφαιρικής περιόδου. Σε όλους του ποδοσφαιριστές μετρήθηκαν τα ανθρωπομετρικά τους χαρακτηριστικά σε όλες τις περιόδους που περιλάμβαναν ύψος (μετρήθηκε μόνο στην πρώτη αξιολόγηση), σωματικό βάρος (BW), ποσοστό σωματικού λίπους (%BF), δείκτης μάζας σώματος (BMI), και σχέση μέσης-ισχίων (WHR). Η πειραματική περίοδος που αποτελούνταν από τις μετρήσεις 1 και 2 χαρακτηρίστηκε ως μεταβατική περίοδος μειωμένης προπόνησης (περίοδος 1). Η περίοδος που περιλάμβανε το διάστημα μεταξύ της δεύτερης αξιολόγησης και της τέταρτης χαρακτηρίστηκε ως παρεμβατική περίοδος. (περίοδος 2). Τα προπονητικά προγράμματα κατά την περίοδο 2 χαρακτηρίστηκαν ως υψηλής (Ομάδα Α), μεσαίας (Ομάδα Β), και χαμηλής (Ομάδα Γ) προπονητικής επιβάρυνσης προπονητικών 20 μονάδων δύναμης. Κατά την διάρκεια της μελέτης, σε κάθε μια από τις τέσσερις (4) πειραματικές περιόδους αξιολόγησης τα δείγματα αίματος που συλλέχτηκαν εξετάστηκαν για τις συγκεντρώσεις των κάτωθι: ολική τεστοστερόνη (TT), ελεύθερη τεστοστερόνη (FT), γλυκουρονίδιο της 3α-ανδροστενεδιόλης (3aDiolG), Θεϊκή δεύδροεπιανδροστερόνη (DHEAS), Δ4-ανδροστενδιόνη, οιστραδιόλη (E2), ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH), η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH), και η προλακτίνη (PRL). Επίσης σε όλες τις πειραματικές περιόδους (1), (2), (3), και (4) μετρήθηκαν μια σειρά από παραμέτρους όπως τα ακόλουθα λιπιδια του αίματος ολική χοληστερόλη (TC), υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (HDL), χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL), απολιποπρωτεΐνη AI (apo-AI), απολιποπρωτεΐνη B100 (apo-B100) , λιποπρωτεΐνη-a [Lp(a)],oαριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBC), αιματοκρίτης (Hct) και ταχύτητα καθίζησης (ESR). Στις πειραματικές περιόδους μέτρησης (1), (2),και (4) εξετάσθηκαν οι δείκτες οστικού μεταβολισμού οστεοκαλσίνη (OC), οστικό κλάσμα αλκαλικής φωσφατάσης b-ALP, προπεπτίδιο του προκολλαγόνου Ι (CICP) και C-τελοπεπτίδιο του τύπου Ι του κολλαγόνου (CTX). Μόνο στις δυο πρώτες περιόδους μετρήθηκε η συγκέντρωση της βιταμίνης D στον ορό του αίματος. Επιπλέον μετρηθήκαν η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου (VO2max), το άλμα από ημικάθισμα (SJ), το αντιθετικό άλμα (CMJ), και η ταχύτητα 10 και 20 μέτρων. Αποτελέσματα: Η ανάλυση των δεδομένων μας έδειξε τα κάτωθι ευρήματα: (α) Μεταβατική Περίοδος: Καμία στατιστικά σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε για κανένα από τα εξεταζόμενα στεροειδή του φύλου (p&γτ0.05), τις παραμέτρους λιπαιδιμικού προφίλ (p΄&γτ0.05) και οστικού μεταβολισμού (p΄&γτ0.05), τoν αριθμό ερυθρών αιμοσφαιρίων (p΄&γτ0.05), του αιματοκρίτη, και της ταχύτητας καθίζησης σε καμία από τις εξεταζόμενος ομάδες (p΄&γτ0.05). Τουναντίον, παρατηρήθηκε σε όλες τις ομάδες στατιστικώς σημαντική μείωση στις τιμές των OC (p΄&λτ0.000), b-ALP (p΄&λτ0.000), CICP (p΄&λτ0.000), VO2max (p΄&λτ0.000), SJ (p΄&λτ0.000), και CMJ (p΄&λτ0.000), και ομοίως στατιστικά σημαντική αύξηση στο χρόνο 10μ (p΄&λτ0.000), 20μ (p΄&λτ0.000), BW(p΄&λτ0.000), BF(p΄&λτ0.000), WHR( p΄&λτ0.000), BMI (p΄&λτ0.000) και βιταμίνη D (p΄&λτ0.000). Καμία σημαντική συσχέτιση δεν βρέθηκε μεταξύ ανδρογόνων και απόδοσης. Παρεμβατική Περίοδος: Παρατηρήθηκαν σημαντικές βελτιώσεις σε όλες τις παραμέτρους της αθλητικής απόδοσης μέχρι το μέσω της αγωνιστικής περιόδου σε σχέση με την μέτρηση στην αρχή της προετοιμασίας σε όλες τις ομάδες, και στο 21 ίδιο βαθμό (p΄&λτ0.000):VO2max (p΄&λτ0.001), SJ (P΄&λτ0.001), 10μ (P΄&λτ0.001), και 20μ (P΄&λτ0.001). Μόνο στην ομάδα Α υπήρξε περαιτέρω βελτίωση των SJ (P΄&λτ0.001), 10μ (P΄&λτ0.001), και 20μ (P΄&λτ0.001) στο τέλος του πρωταθλήματος σε σχέση με το μέσω της προετοιμασίας. Στις άλλες δυο ομάδες τα επίπεδα παρέμειναν σταθερά στις τιμές του μέσου του πρωταθλήματος. Παρατηρήσαμε μια επίδραση του προγράμματος της ομάδας Α στην ΤΤ μεταξύ όλων των πειραματικών περιόδων μέτρησης (αρχή προετοιμασίας/μέσο πρωταθλήματος p=0.024, αρχή προετοιμασίας/μέσο πρωταθλήματος, μέσο πρωταθλήματος/τέλος πρωταθλήματος p=0.008), ενώ μια οριακά σημαντική διαφορά της ποδοσφαιρικής σεζόν παρατηρήθηκε για την ομάδα Β (p=0.051) και καμία για την ομάδα Γ. Όμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν για την 3a-Diol-G στην Ομάδα A (p=0.001) όπου στατιστικά σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν μεταξύ του τέλους της αγωνιστικής περιόδου τόσο με την αρχή της προετοιμασίας (p=0.001), όσο με το μέσω του πρωταθλήματος (p=0.038). Καμία άλλη σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε για τα υπόλοιπα στεροειδή του φύλου σε καμία από τις τρεις ομάδες. Καμία σημαντική συσχέτιση δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των ανδρογόνων και της απόδοσης στις συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, παρά τις μεταβολές που παρατηρήθηκαν και στα δυο. Όσον αφορά τον οστικό μεταβολισμό παρατηρήσαμε στατιστικά σημαντικές αυξήσεις σε όλους τους δείκτες οστικού αναβολισμού (p΄&λτ0.000) στην Ομάδα Α και σημαντική μείωση στον δείκτη οστικής απορρόφησης (CTX; p΄&λτ0.000) στο τέλος του πρωταθλήματος σε σχέση με τα επίπεδα στην αρχή της προετοιμασίας. Επίσης, παρατηρήσαμε ασθενής σημαντικές αυξήσεις στους δείκτες οστικού αναβολισμού (OC; p =0.038, b-alp;p=0.032, και CICP;p=0.045), στην Ομάδα Β και ασθενής σημαντική μείωση στον δείκτη οστικής απορρόφησης (CTX; p=0.039) στο τέλος του πρωταθλήματος σε σχέση με τα επίπεδα στην αρχή της προετοιμασίας, ενώ καμία μεταβολή δεν παρατηρήθηκε στους δείκτες οστικού μεταβολισμού στην Ομάδα Γ. Τέλος, μερικές ανακόλουθες συσχετίσεις, αμφιβόλου σημαντικής αξίας, σε απομονωμένες πειραματικές περιόδους μέτρησης στις τρεις πειραματικές ομάδες παρατηρήθηκαν μεταξύ των στεροειδών του φύλου και παραμέτρων αθλητικής απόδοσης, δεικτών οστικού μεταβολισμού, και λιπιδαιμικού προφίλ και των ρεολογικών συστατικών του αίματος που μετρήθηκαν. Συμπεράσματα. Το κύριο μας εύρημα ήταν ότι ο όγκος της προπόνησης δύναμης σε συνδυασμό με προπόνηση ποδοσφαίρου είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση των κυκλοφορούντων επιπέδων της ΤΤ και του 3a-Diol-G στον ορό του αίματος σε 22 συνδυασμό με βελτίωση της αθλητικής απόδοσης, του οστικού μεταβολισμού και της σωματικής σύστασης του σώματος. Κατά την γνώμη μας η ενδογενής αύξηση της συγκέντρωσης των ανδρογόνων ως αποτέλεσμα του όγκου προπόνησης δύναμης υποδεικνύουν ότι η μόνη μέθοδος για να βελτιώσουμε την αθλητική απόδοση είναι η σκληρή προπόνηση. Δεν υπάρχουν υποκατάστατα ή συντομεύσεις. Εάν ο οργανισμός χρειάζεται περισσότερα ανδρογόνα θα τα παράγει ενδογενώς. Επίσης, τα ευρήματα μας υποδηλώνουν ότι περίοδοι μειωμένης προπόνησης για μικρή χρονική περίοδο δεν φαίνεται να έχουν καμία επίδραση στα στεροειδή του φύλου, αλλά προκαλούν ταχεία απώλεια των προπονητικών προσαρμογών όσον αφορά τις παραμέτρους αθλητικής απόδοσης όσο και τον οστικό μεταβολισμό. Σε σχέση με τις παραμέτρους του λιπαιδιμικού προφίλ και των RBC, Hct, και ΤΚΕ τα ευρήματα μας καταδεικνύουν ότι σε χρόνια προπονημένους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές διακυμάνσεις στον όγκο της προπόνησης δεν επηρεάζουν τα επίπεδα τους. Επίσης παρατηρήσαμε ότι η μεταβατική περίοδος μειωμένης προπονητικής επιβάρυνσης είχε ευεργετικές επιδράσεις στα επίπεδα της βιταμίνης D, και ότι αυτή η αύξηση πιθανόν ήταν συνδυασμός αυξημένης έκθεσης σε υπεριώδη ακτινοβολία, και μείωση του προπονητικού στρες. Τέλος, ανεξάρτητα από το επίπεδο της απόδοσης, η βιταμίνη D φαίνεται να παίζει ένα σημαντικό ρόλο τόσο στην αερόβια ικανότητα όσο και στην νευρομυϊκή απόδοση.
Φυσική περιγραφή 323 : πιν. ; 30 εκ.
Γλώσσα Αγγλικά
Θέμα Androgen metabolite
Bone metabolism
Exercise performance
Sex steroids
Vitamine D
Αθλητική απόδοση
Βιταμίνη D
Μεταβολικό προϊόν των ανδρογόνων
Οστικός Μεταβολισμός
Στεροείδή του φύλου
Ημερομηνία έκδοσης 2014-07-24
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 74

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 11