Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Παράγοντες φλεγμονής και θρόμβωσης επί ιδιοπαθούς φλεγμονώδους εντεροπάθειεας (ΙΦΕΝ) και ισχαιμικής κολίτιδας (ΙΚ)  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000338519
Τίτλος Παράγοντες φλεγμονής και θρόμβωσης επί ιδιοπαθούς φλεγμονώδους εντεροπάθειεας (ΙΦΕΝ) και ισχαιμικής κολίτιδας (ΙΚ)
Συγγραφέας Θεοδωροπούλου, Αγγελική Π
Σύμβουλος διατριβής Κουρούμαλης, Ηλίας Α
Περίληψη ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΥΞΗΜΕΝΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ κυκλοφορούντος CD40 Ligand (sCD40L) ΚΑΙ ΘΡΟΜΒΟΦΙΛΙΚΗΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΙΔΙΟΠΑΘΗ ΦΛΕΓΜΟΝΩΔΗ ΕΝΤΕΡΙΚΗ ΝΟΣΟ (ΙΦΕΝ) Η ιδιοπαθής φλεγμονώδης εντερική νόσος (ΙΦΕΝ) σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αρτηριακών και φλεβικών θρομβώσεων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας σε αυτούς τους ασθενείς. Υπάρχουν στοιχεία στη βιβλιογραφία που υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια υπερπηκτική κατάσταση επί ΙΦΕΝ που αφορά όλα τα συστατικά του συστήματος της πήξης και θεωρείται ότι σχετίζεται με τη παθογένεση της νόσου. Το σύστημα CD40/CD40L έχει βρεθεί σε έναν αριθμό κυττάρων και φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην ανοσία και τη φλεγμονή. Παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στη θρόμβωση. Σκοπός της μελέτης ήταν ο προσδιορισμός των επιπέδων του sCD40L σε ασθενείς με ΙΦΕΝ (ελκώδη κολίτιδα και νόσο Crohn) σε σύγκριση με ασθενείς με μη ΙΦΕΝ εντερική φλεγμονώδη νόσο και με υγιείς μάρτυρες καθώς και η συσχέτιση του sCD40L με γνωστούς δείκτες θρομβοφιλίας (θρομβοκυττάρωση, επίπεδα F1+2 και TAT) και με την ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων όπως αυτή εκφράζεται με την P-selectin του πλάσματος. Μέθοδοι: Μετρήθηκαν τα επίπεδα πλάσματος του sCD40L, των υπολλειμάτων 1+2 της προθρομβίνης (F1+2), του συμπλέγματος θρομβίνης – αντιθρομβίνης (ΤΑΤ) και της διαλυτής P-selectin σε 104 ασθενείς με Ιδιοπαθή φλεγμονώδη εντερική νόσο (ΙΦΕΝ) (54 με ελκώδη κολίτιδα και 50 με νόσο Crohn), 18 περιπτώσεις με εντερική φλεγμονή και 80 υγιείς μάρτυρες χρησιμοποιώντας εμπορικώς διαθέσιμη ELISA. Τα επίπεδα πλάσματος του sCD40L συσχετίστηκαν με τη ενεργότητα της νόσου, τον τύπο, την εντόπιση και τη θεραπεία καθώς και τις μετρούμενες θρομβοφιλικές παραμέτρους. Αποτελέσματα : Οι ασθενείς με νόσο Crohn (CD) είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα sCD40L από τις δύο ομάδες των μαρτύρων (CD έναντι ΥΜ Ρ&lt0.001, CD έναντι μη ΙΦΕΝ Ρ&lt0.05). Οι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα (ΕΚ) είχαν υψηλότερα αλλά όχι στατιστικά διαφορετικά επίπεδα sCD40L σε σύγκριση με τους μάρτυρες. Τόσο οι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα όσο και οι ασθενείς με ενεργό νόσο Crohn είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα 126 sCD40L σε σύγκριση με τους ασθενείς με ανενεργό νόσο. Τα επίπεδα πλάσματος του sCD40L συσχετίστηκαν με τον αριθμό των αιμοπεταλίων (r=0.27, P=0.0001). Επίσης έδειξαν συσχέτιση με τα F1+2 της προθρομβίνης (r=0.16, P=0.03) και των ΤΑΤ (r=0.15, P=0.01). Συμπεράσματα: Τα αυξημένα επίπεδα sCD40L πιθανώς αντιπροσωπεύουν, τουλάχιστο σε κάποιο βαθμό, ένα μοριακό συνδεσμο μεταξύ ιδιοπαθούς φλεγμονώδους εντερικής νόσου και της παρατηρούμενης υπερπηκτικής κατάστασης. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΣΥΓΓΕΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΤΗΤΩΝ ΘΡΟΜΒΟΦΙΛΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΙΣΧΑΙΜΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ Η ισχαιμική κολίτιδα αποτελεί τη συχνότερη μορφή εντερικής ισχαιμίας. Αφορά συνήθως ηλικιωμένους ασθενείς με σοβαρά προβλήματα υγείας όπως σοκ, καρκίνο παχέος εντέρου, χειρουργείο στην αορτή ή τα μεσεντέρια αγγεία. Μπορεί όμως να συμβεί αυτόματα σε φαινομενικά υγιή άτομα. Παρόλο που πολλοί παράγοντες κινδύνου έχουν προταθεί να σχετίζονται με την εμφάνισή της όπως λήψη διαφόρων φαρμάκων, αντισυλληπτικών, κοκαίνης, αιματολογικές δυσκρασίες ή αγγείτιδα, η αιτιοπαθογένειά της παραμένει άγνωστη. Ο ρόλος των συγγενών και επίκτητων διαταραχών θρομβοφιλικών διαταραχών επί ισχαιμικής κολίτιδας δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Σκοπός της μελέτης ήταν ο καθορισμός του ρόλου των συγγενών και επίκτητων διαταρχών πηκτικότητας σε ασθενείς με τεκμηριωμένη διάγνωση ισχαιμικής κολίτιδας. Μέθοδοι: Πραγματοποίησαμε μια αναδρομική μελέτη όλων των ασθενών με τεκμηριωμένη μη αποφρακτική ισχαιμική κολίτιδα που αντιμετωπίστηκαν συντηρικά στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου από τον Ιανουάριο του 1995 έως το Δεκέμβριο του 2000. Σε 36 ασθενείς με ισχαιμική κολίτιδα (23 άντρες, 13 γυναίκες, μέσης ηλικίας 64.8 ετών) που εισήχθησαν στη μελέτη μετρήθηκε η συχνότητα των αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων, της ανεπάρκειας της πρωτείνης C, της πρωτείνης S, της μεταλλαγής στον παράγοντα V Leiden, της μεταλλαγής G20210GA στο γονίδιο της προθρομβίνης και της C677T της αναγωγάσης του μεθυλεντετραυδροφυλλικού. Αυτοί συγκρίθηκαν με 18 ασθενείς με εκκολπωματίτιδα, και 52 υγιείς μάρτυρες ίδιας ηλικίας και φύλου. Αποτελέσματα: Η συχνότητα των αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων ήταν σημαντικά υψηλότερη στους ασθενείς με ισχαιμική κολίτιδα σε σύγκριση με τους φλεγμονώδεις και 127 τους υγιείς μάρτυρες (19.4% έναντι 0% & 1.9%). Μεταξύ των γενετικών παραγόντων μόνο ο V Leiden σχετίστηκε σημαντικά με ισχαιμική κολίτιδα (22.2% έναντι 0% & 3.8%). Συνδιασμός θρομβοφιλικών διαταραχών βρέθηκε στο 25% των περιπτώσεων. Συνολικά ένας ή περισσότεροι θρομβοφιλικοί παράγοντες ήταν παρόντες σε 26 ασθενείς (72%). Συμπεράσματα: Ένας εκτενής θρομβοφιλικός έλεγχος σε ασθενείς με ισχαιμική κολίτιδα καταδεικνύει μια συγγενή ή επίκτητη υπερπηκτική κατάσταση στο 72% των ασθενών. Συγγενείς και επίκτητοι θρομβοφιλικοί παράγοντες πιθανώς να παίζουν σημαντικό ρόλο στην παθογένεση της νόσου. Επιπλέον η αλληλεπίδραση μεταξύ συγγενών και επίκτητων διαταραχών φαίνεται να είναι σημαντική όπως επιβεβαιώθηκε στη μελέτη μας καθώς στο 25% των ασθενών υπήρχαν πολλαπλοί παράγοντες θρόμβωσης. ΧΑΜΗΛΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΠΡΩΤΕΙΝΗΣ Ζ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΙΣΧΑΙΜΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ Οι υπερπητκτικές καταστάσεις φαίνεται ότι παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην παθογένεση της ισχαιμικής κολίτιδας. Η πρωτείνη Ζ έχει πρόσφατα αναγνωριστεί ως ένας σημαντικός παράγοντας στη ρύθμιση της πήξης. Το σύμπλεγμα της πρωτείνης Ζ με τον εξαρτώμενο από την πρωτείνη Ζ αναστολέα πρωτεινασών (ZPI) αποτελεί αναστολέα του ενεργοποιημένου παράγοντα Χ της πήξης. Έχει βρεθεί ότι ασθενείς με μεταλλαγή στον FVL και χαμηλά επίπεδα πρωτείνης Ζ παρουσιάζουν πρωιμότερη εμφάνιση και υψηλότερη συχνότητα θρομβοεμβολικών συμβαμάτων σε σχέση με ασθενείς με μεταλλαγή στον FVL και φυσιολογικά επίπεδα πρωτείνης Ζ. Χαμηλά επίπεδα πρωτείνης Ζ έχουν βρεθεί σε ασθενείς με αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα. Επίσης, ανεπάρκεια πρωτείνης Ζ έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς με ισχαιμικό ΑΕΕ. Ο ρόλος της πρωτείνης Ζ στην ισχαιμική κολίτιδα δεν έχει μελετηθεί. Σκοπός της μελέτης ήταν ο προσδιορισμός των επιπέδων της πρωτείνης Ζ στο πλάσμα ασθενών με τεκμηριωμένη ισχαιμική κολίτιδα και η συσχέτισή τους με αποδεδειγμένες υπερπηκτικές καταστάσεις όπως η μεταλλαγή στο παράγοντα FVL και τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα. Μέθοδοι: Εισήχθησαν στη μελέτη όλοι οι ασθενείς με τεκμηριωμένη μη αποφρακτική ισχαιμική κολίτιδα, οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου από τον Ιανουάριο του 1997 έως το Δεκέμβριο του 2002. Μετρήθηκαν τα 128 επίπεδα πρωτείνης Ζ του πλάσματος χρησιμοποιώντας εμπορικώς διαθέσιμη ELISA σε 33 ασθενείς με ισχαιμική κολίτιδα (21 άντρες, 12 γυναίκες, μέσης ηλικίας 63.9 ετών), 13 ασθενείς με εκκολπωματίτιδα (μέσης ηλικίας 62.8 ετών) και 33 υγιείς μάρτυρες (μέσης ηλικίας 61.9 ετών). Σε όλους τους ασθενείς και τους μάρτυρες μετρήθηκαν επίσης τα επίπεδα αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων και της μεταλλαγής στον παράγοντα V Leiden. Αποτελέσματα: Η μέση τιμή των επιπέδων της πρωτείνης Ζ πλάσματος ήταν 1.38+/-0.52 μg/ml στους ασθενείς με ισχαιμική κολίτιδα και ήταν σημαντικά χαμηλότερη συγκρινόμενη με τα αυτή των υγιών μαρτύρων (1.86+/-0.49 μg/ml) και των ασθενών με εκκολπωματίτιδα (1.72+/-0.53 μg/ml) (Ρ=0.001). Ανεπάρκεια της πρωτείνης Ζ (&lt1 μg/ml) βρέθηκε σε 6 ασθενείς με ισχαιμική κολίτιδα έναντι ενός με εκκολπωματίτιδα (7.7) και ενός υγιούς μάρτυρα (3%). Η μέση τιμή των επιπέδων της πρωτείνης Ζ πλάσματος στους ασθενείς με ισχαιμική κολίτιδα και μεταλλαγή στον παράγοντα V Leiden (1.25+/-0.55 μg/ml) και στους ασθενείς με αυξημένα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα (1.27+/-0.35 μg/ml) ήταν χαμηλότερη, αλλά όχι στατιστικά σημαντική σε σχέση με εκείνους χωρίς θρομβοφιλικές διαταραχές (1.45+/-0.53 μg/ml) (Ρ=0.57). Συμπεράσματα : Τα αποτελέσματά μας δείχνουν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα πρωτείνης Ζ σε ασθενείς με ισχαιμική κολίτιδα σε σύγκριση με αυτούς με εκκολπωματίτιδα ή τους υγιείς μάρτυρες. Η υψηλή συχνότητα ανεπάρκειας της πρωτείνης Ζ σε ασθενείς με ισχαιμική κολίτιδα υποδεικνύει ότι πιθανώς παίζει ρόλο στην εμφάνιση της νόσου. Καθώς πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει συσχέτιση μεταξύ ανεπάρκειας της πρωτείνης Ζ και της αρτηριακής (ΑΕΕ, ασταθή στηθάγχη) αλλά όχι της φλεβικής θρόμβωσης, θα μπορούσαμε να προτείνουμε ότι η ανεπάρκεια της πρωτείνης Ζ εμπλέκεται στην εμφάνιση ισχαιμικής κολίτιδας σε μια υποομάδα ασθενών προκαλώντας θρόμβωση των μικρών μεσεντέριων αγγείων. Η απουσία συσχέτισης της ανεπάρκειας της πρωτείνης Ζ και του FVL και των αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων ενισχύει αυτή την άποψη.
Φυσική περιγραφή 134 σ. : πιν. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Gastrointestinal System inflammation
Inflammation
Γαστρεντερικός σωλήνας Φλεγμονή
Φλεγμονή
Ημερομηνία έκδοσης 2006-08-04
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Επιστημών Υγείας--Τμήμα Ιατρικής--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Εμφανίσεις 152

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 14