Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Συλλογές    Σχολή/Τμήμα  

Σχολή/Τμήμα

Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών Ιατρική Σχολή
Σχολή Κοινωνικών Επιστημών Σχολή Επιστημών Αγωγής
Φιλοσοφική Σχολή Διάφορα [3]

Τρέχουσα Εγγραφή: 1 από 1

Πίσω στα Αποτελέσματα Προηγούμενη σελίδα
Επόμενη σελίδα
Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000448317
Τίτλος Διερεύνηση του προβλεπτικού και προγνωστικού ρόλου της έκφρασης των γονιδίων BRCA1,RRM1, RRM2, HENT1,DCK και CDA στον προχωρημένο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα
Άλλος τίτλος Investigation of the predictive and prognostic role of BRCA1,RRM1, RRM2, HENT1,DCK and CDA gene expression in advanced non-small cell lung cancer
Συγγραφέας Ιωαννίδης , Γεώργιος
Σύμβουλος διατριβής Γεωργούλιας, Βασίλειος
Περίληψη Εισαγωγή: Με την ένταξη κατά την τελευταία δεκαετία των αντινεοπλασματικών παραγόντων στόχευσης και των νεότερης γενιάς ανοσοθεραπειών στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης του προχωρημένου/μεταστατικού μη-μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα (ΜΜΚΠ), το πρότυπο θεραπευτικής προσέγγισης της νόσου έχει σταδιακά αλλάξει. Στο πλαίσιο αυτό, η κλασική κυτταροτοξική χημειοθεραπεία διατηρεί σημαντικό ρόλο, όχι μόνο για τους ασθενείς με αδυναμία πρόσβασης στα καινοτόμα φάρμακα ή μη πλήρωση των αντίστοιχων κριτηρίων επιλεξιμότητας, αλλά και ως αναπόσπαστο μέρος σχημάτων συνδυαστικής αντινεοπλασματικής θεραπείας με βιολογικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων της μπεβασιζουμάμπης, της νεσιτουμουμάμπης και των αναστολέων των ανοσιακών σημείων ελέγχου.Αν και η καθιερωμένη για τη νόσο χημειοθεραπεία 1ης γραμμής βασίζεται στην σιπλατίνη και την καρβοπλατίνη, οι διπλέτες της γεμσιταβίνης με αντιμιτωτικούς παράγοντες, όπως τις ταξάνες και τη βινορελβίνη, αποτελούν εναλλακτικά σχήματα με ανώτερο προφίλ ασφάλειας και ιδιαίτερα ελκυστική επιλογή για τους ασθενείς με συννοσηρότητες ή/και αντένδειξη χορήγησης των πλατινούχων σκευασμάτων. Από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση φαίνεται ότι η συμπερίληψη της γεμσιταβίνης στη χημειοθεραπεία 1ης γραμμής του ΜΜΚΠ πλεονεκτεί έναντι άλλων φαρμάκων 3ης γενιάς σε συγκεκριμένες παραμέτρους κλινικής έκβασης, με τους πλατινούχους και μη συνδυασμούς της να παρέχουν παρόμοια μεταξύ τους αποτελέσματα ως προς την συνολική επιβίωση και με το όφελος χρήσης της να μην περιορίζεται στον πλακώδη ιστολογικό τύπο. Σε κάθε περίπτωση, οι δείκτες αποτελεσματικότητας της κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας στην 1η γραμμή του ΜΜΚΠ παρουσιάζουν εικόνα επιπέδωσης (plateau). Σύμφωνα με προκλινικά και περιορισμένα, μη καταληκτικά κλινικά δεδομένα, τα επίπεδα μεταγραφικής (mRΝΑ) έκφρασης των γονιδίων RRM1, RRM2, CDA, dCK, hENT1 και BRCA1 -είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό- αποτελούν υποψήφιους φαρμακογενετικούς βιοδείκτες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη βελτιστοποίηση της απόδοσης της χημειοθεραπείας βασισμένης στη γεμσιταβίνη στο εν λόγω πλαίσιο. Σκοπός: Πρωτεύον αντικείμενο της παρούσας ερευνητικής εργασίας ήταν η δημιουργία ενός σύνθετου, περιγραφικού βιοδείκτη χημειοευαισθησίας βασισμένου στην ενδο-ογκική μεταγραφική έκφραση των πέντε γονιδίων CDA, RRM1, RRM2, dCK και hENT1 -τα οποία εμπλέκονται στην ενδοκυττάρια πρόσληψη, ενεργοποίηση/αδρανοποίηση και δραστικότητα της γεμσιταβίνης- και η διερεύνηση της ενδεχόμενης προβλεπτικής του ικανότητας για την κλινική έκβαση των ασθενών με προχωρημένο/μεταστατικό ΜΜΚΠ που υποβάλλονται σε συστηματική χημειοθεραπεία 1ης γραμμής βασισμένη στον εν λόγω αντιμεταβολίτη. Ο προτεινόμενος ταξινομητής χημειοευαισθησίας (5-level gemcitabine-sensitivity classifier, 5L-GSC) συνίσταται από πέντε επίπεδα/βαθμίδες ευαισθησίας στη γεμσιταβίνη (από «πολύ χαμηλή» έως «πολύ υψηλή») και προέκυψε: (α) από την κατηγοριοποίηση της έκφρασης των πέντε επιμέρους γονιδίων σε «υψηλή» και «χαμηλή» με βάση τη διάμεση τιμή των αντίστοιχων επιπέδων mRNA και (β) από όλους τους συνδυασμούς έκφρασης των δυνητικά ευνοϊκών (dCK και hENT1) και δυσμενών (CDA, RRM1 και RRM2) για τη δραστικότητα του φαρμάκου γονιδίων. Παράλληλα διερευνήθηκε ο προβλεπτικός ρόλος της επιμέρους mRΝΑ έκφρασης των πιο πάνω γονιδίων, καθώς επίσης της συνέκφρασης των δύο δυσμενών και των τριών ευνοϊκών γονιδίων.Ένας άλλος στόχος της μελέτης ήταν η επιβεβαίωση των προκλινικών και κλινικών ενδείξεων για τη διαφορική αλληλεπίδραση της μεταγραφικής έκφρασης του γονιδίου BRCA1 με τη δραστικότητα των παραγώγων πλατίνης, από την μια, και των αντιμιτωτικών παραγόντων, από την άλλη, δηλαδή των δύο κατηγοριών κυτταροτοξικών φαρμάκων με τα οποία συνδυάζεται η γεμσιταβίνη στο συγκεκριμένο θεραπευτικό πλαίσιο. Επιπλέον, η παρούσα ερευνητική εργασία διερεύνησε την ενδεχόμενη αλληλεπίδραση που έχει στην κλινική έκβαση η BRCA1 έκφραση με τον προτεινόμενο βιοδείκτη 5L-GSC.Απώτερος σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η ένταξη και χρήση των παραπάνω, υποψήφιων, φαρμακογενωμικών βιοδεικτών στην καθημερινή κλινική πράξη ως υποβοηθητικών εργαλείων για την εξατομίκευση της χημειοθεραπείας 1ης γραμμής στον προχωρημένο/μεταστατικό ΜΜΚΠ.Υλικό και μεθοδολογία: Πρόκειται για αναδρομική μελέτη μεταφραστικής έρευνας όπου χρησιμοποιήθηκαν (α) παραφινοποιημένα και μονιμοποιημένα παρασκευάσματα βιοψίας του πρωτοπαθούς όγκου και (β) τα ιατρικά δεδομένα 219 ασθενών με προχωρημένο/μεταστατικό ΜΜΚΠ οι οποίοι έλαβαν χημειοθεραπεία 1ης γραμμής με βάση τη γεμσιταβίνη στα πλαίσια 10 παρεμβατικών κλινικών μελετών φάσης 1/2, 3 και 4 στον Ελλαδικό χώρο τη χρονική περίοδο 2001-2016. Στα κριτήρια ένταξης των ασθενών στην παρούσα ερευνητική εργασία συμπεριλήφθηκαν η επάρκεια του αρχειακού ιστοπαθολογικού υλικού και η διαθεσιμότητα των δεδομένων κλινικής έκβασης, με ελάχιστη απαιτούμενη πληροφορία τον τύπο βέλτιστης ανταπόκρισης στη θεραπεία. Η εργαστηριακή επεξεργασία του βιοπτικού υλικού των ασθενών διενεργήθηκε τυφλά και ανεξάρτητα από την ανάκληση των κλινικών πληροφοριών που είχαν καταχωρηθεί προοπτικά στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων.Για τον ποσοτικό προσδιορισμό της επιπέδων mRΝΑ των 6 υπό μελέτη γονιδίων στον πρωτοπαθή όγκο των ασθενών ακολουθήθηκαν αδρά τα εξής διαδοχικά στάδια επεξεργασίας του αρχειακού βιοπτικού τους υλικού: (α) εκλεκτικός διαχωρισμός των καρκινικών κυττάρων με τη χρήση πιεζοηλεκτρικού μικροτόμου υπό την καθοδήγηση ενσωματωμένου ανεστραμμένου οπτικού μικροσκοπίου, (β) εκχύλιση, απομόνωση και καθαρισμός του RNA των καρκινικών κυττάρων, (γ) φασματοφωτομετρική ανάλυση του RNA, (δ) ποσοτική, πραγματικού χρόνου αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (RT-qPCR) δύο σταδίων και (ε) σχετική ποσοτικοποίηση της μεταγραφικής έκφρασης των εν λόγω γονιδίων με την συγκριτική μέθοδος ΔΔCq. Κατά το πρώτο στάδιο της RT-qPCR πραγματοποιήθηκε σύνθεση συμπληρωματικού DNA (cDNA) με εκμαγείο το συνολικό RNA κάθε δείγματος, τη χρήση τυχαίων εκκινητών και υπό την ενζυμική κατάλυση της αντίστροφης μεταγραφάσης, ενώ κατά το δεύτερο στάδιο χρησιμοποιήθηκαν εκκινητές (primers) και υδρολυόμενοι ιχνηθέτες τύπου TaqManTM (probes) που σχεδιάστηκαν ειδικά για το καθένα από τα 6 υπό μελέτη γονίδια. Για την κανονικοποίηση (normalization) των τιμών της μεταγραφικής έκφρασης επιλέχθηκε η β-ακτίνη ως ενδογενές γονίδιο αναφοράς, ενώ για σκοπούς βαθμονόμησης (calibration) χρησιμοποιήθηκαν και στα δύο στάδια της RT-qPCR δείγματα εμπορικά διαθέσιμου RNA από ανθρώπινο φυσιολογικό ιστό πνεύμονα και ήπατος που έτυχαν της ίδιας επεξεργασίας με τα δείγματα RNA του όγκου των ασθενών.Η ερευνητική εργασία διεξάχθηκε στο Εργαστήριο Μεταφραστικής Ογκολογίας του Ιατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης σε συνεργασία με το Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου (ΠΑ.Γ.Ν.Η), σύμφωνα με τους γενικά παραδεδεγμένους κανόνες ηθικής και δεοντολογίας της βιοϊατρικής έρευνας.Στατιστική ανάλυση: Για τη διαχείριση τυχόν ελλιπών δεδομένων (missing data) που αφορούσαν στα επίπεδα της γονιδιακής έκφρασης κατά την εκτέλεση της RT-qPCR, εφαρμόστηκε ο αλγόριθμος προσδοκίας-μεγιστοποίησης (expectation-maximization). Η συσχέτιση των επιπέδων mRNA των 6 υπό μελέτη γονιδίων ως εξαρτημένων ποσοτικών μεταβλητών με τα χαρακτηριστικά των ασθενών και του όγκου διερευνήθηκε με την μέθοδο της πολυπαραγοντικής, πολυμεταβλητής ανάλυσης της διακύμανσης (multifactorial, multivariate analysis of variance-MANOVA), χρησιμοποιώντας το άθροισμα τετραγώνων τύπου IV και το ίχνος (trace) του Pillai ως κριτήριο στατιστικής σημαντικότητας, τόσο για την επιμέρους επίδραση (main effect) των ανεξάρτητων παραμέτρων, όσο και για τις ανά ζεύγη αλληλεπιδράσεις (interactions) επί της γονιδιακής έκφρασης, αφού προηγήθηκε κανονικοποίηση των τιμών έκφρασης όλων των γονιδίων με τη φόρμουλα μετασχηματισμού rankit. Παράλληλα, η ανά ζεύγη συσχέτιση της έκφρασης μεταξύ των γονιδίων ελέγχθηκε με βάση τον μη-παραμετρικό συντελεστή συσχέτισης Spearman (ρ). Η μεταγραφική έκφραση των 6 υπό μελέτη γονιδίων έτυχε χειρισμού ως διχοτόμου κατηγορικής μεταβλητής («χαμηλής» έναντι «υψηλής έκφρασης») με βάση τη διάμεση τιμή των αντίστοιχων mRNA επιπέδων, τόσο κατά τη διαμόρφωση των σύνθετων φαρμακογενωμικών δεικτών (δηλαδή της συνέκφρασης των ευνοϊκών και των δυσμενών για τη γεμσιταβίνη γονιδίων και του 5L-GSC), όσο και κατά τον στατιστικό έλεγχο της συσχέτισης τους με την κλινική έκβαση. Για τους υποψήφιους βιοδείκτες που σχετίζονται με τη δραστικότητα της γεμσιταβίνης, ο εν λόγω έλεγχος διενεργήθηκε στο σύνολο των 219 ασθενών της μελέτης, ενώ για την μεταγραφική έκφραση του BRCA1 και την ενδεχόμενη αλληλεπίδραση της με τον 5L-GSC, ο έλεγχος έγινε ξεχωριστά στις δύο υπο-ομάδες των 122 και των 76 ασθενών που έλαβαν, αντίστοιχα, γεμσιταβίνη σε συνδυασμό με ταξάνες ή βινορελβίνη και με πλατινούχα παράγωγα.Με τη χρήση των κατάλληλων μονοπαραγοντικών (χ2-test exact & log-rank test) και πολυπαραγοντικών (binary logistic regression & Cox proportional hazard regression) στατιστικών δοκιμασιών διερευνήθηκε η συσχέτιση των υποψήφιων μοριακών βιοδεικτών με τα εξής τέσσερα καταληκτικά σημεία κλινικής έκβασης: το ποσοστό αντικειμενικής κλινικής ανταπόκρισης (ORR), το ποσοστό ελέγχου της νόσου (DCR), το χρονικό διάστημα έως την επιδείνωση της νόσου TTP) και την συνολική επιβίωση (OS). Στα αντίστοιχα πολυπαραμετρικά, προβλεπτικά μοντέλα παλινδρόμησης συμπεριλήφθηκαν δυνητικά συγχυτικοί παράγοντες, όπως το επίπεδο φυσικής/λειτουργικής κατάστασης των ασθενών (performance status, PS), o ιστολογικός τύπος του όγκου και η κατηγορία του χημειοθεραπευτικού σχήματος, ενώ για τα καταληκτικά σημεία έκβασης ORR και DCR ελέγχθηκε το ενδεχόμενο της αλληλεπίδρασης των ανεξάρτητων παραμέτρων (φαινόμενο πολυσυγγραμμικότητας). Επιπλέον, για τη διασταυρούμενη επαλήθευση (έλεγχο εσωτερικής εγκυρότητας) των στατιστικά σημαντικών αποτελεσμάτων που προέκυψαν από την πολυπαραγοντική ανάλυση, εφαρμόστηκε η μέθοδος της αναδειγματοληψίας με διόρθωση της μεροληψίας εκτίμησης και επιτάχυνση της σύγκλισης κατανομής (bias-corrected, accelerated bootstrapping). Σε όλες τις δοκιμασίες στατιστικού ελέγχου ως επίπεδο αμφίπλευρης στατιστικής σημαντικότητας (two-tail p-value) ορίστηκε η τιμή &le; 5%, ενώ σε όλες τις περιπτώσεις πολλαπλών, ανά ζεύγη, συγκριτικών ελέγχων τα αποτελέσματα έτυχαν διόρθωσης με την μέθοδο Holm-Bonferroni.Κατά τον πολυπαραγοντικό έλεγχο της ικανότητας του προτεινόμενου βιοδείκτη 5L-GSC να προβλέψει τον τύπο της βέλτιστης ανταπόκρισης ως τριωνυμικής μεταβλητής (πλήρης ή μερική ανταπόκριση versus σταθεροποίηση versus επιδείνωση της νόσου) εκτιμήθηκε το αναμενόμενο σφάλμα πρόβλεψης (expected prediction error) επί εξωγενών παρατηρήσεων και ακολουθήθηκε σύνθετη στατιστική μεθοδολογία με κανονικοποίηση (regularization) των συντελεστών παλινδρόμησης μέσω επιβολής ποινής ώστε να ελαχιστοποιηθεί το φαινόμενο της υπερπροσαρμογής (overfitting) που επάγει η πολυπλοκότητα του προβλεπτικού μοντέλου.Αποτελέσματα: Τα κλινικο-ιστοπαθολογικά χαρακτηριστικά των 219 ασθενών που συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα μελέτη ήταν αντιπροσωπευτικά των περιστατικών που πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης χημειοθεραπείας 1ης γραμμής στην καθημερινή κλινική πράξη, ενώ τα αποτελέσματα κλινικής έκβασης ήταν σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρότυπα πριν την ένταξη στη φαρμακευτική φαρέτρα των νεότερων ανοσοθεραπειών και των θεραπειών στόχευσης.Οι ασθενείς ήταν κατεξοχήν άνδρες, με διάμεση ηλικία τα 66 έτη και στην πλειονότητα τους με επίπεδο λειτουργικής κατάστασης &le;1 κατά ECOG. Το 69% και 22% των ασθενών είχαν, αντίστοιχα, στάδιο νόσου M1b και M1a με βάση την 7η έκδοση του UICC/AJCC συστήματος ΤΝΜ σταδιοποίησης, ενώ οι υπόλοιποι παρουσίαζαν τοπικοπεριοχική υποτροπή χωρίς δυνατότητα ριζικής αντιμετώπισης. Σε ποσοστό περίπου 60% των περιπτώσεων, ο ιστολογικός τύπος του όγκου ήταν ΜΜΚΠ από μη πλακώδες επιθήλιο. Πάνω από τους μισούς ασθενείς έλαβαν τη γεμσιταβίνη σε συνδυασμό με αντιμιτωτικό παράγοντα (ταξάνη ή βινορελβίνη), πάνω από το ένα τρίτο ως συστατικό πλατινούχου διπλέτας και περίπου 9% ως μονοθεραπεία. Το θεραπευτικό σχήμα 1ης γραμμής συμπεριέλαβε βιολογικούς παράγοντες (μπεβασιζουμάμπη ή βορτεζομίμπη) στο 8.2% των περιπτώσεων. Δεδομένα για την συστηματική αντινεοπλασματική θεραπεία που επακολούθησε ήταν διαθέσιμα για περίπου το 85% των ασθενών, εκ των οποίων το 35% δεν έλαβαν οποιαδήποτε άλλη αγωγή, ενώ σε ποσοστό περίπου 5% του συνόλου επαναχορηγήθηκε σχήμα που περιείχε τη γεμσιταβίνη. Σε ποσοστό που κυμάνθηκε περίπου από 5% έως 6% του συνόλου των ασθενών, η ενίσχυση της RNA αλληλουχίας-στόχου κατά τη διενέργεια της RT-qPCR ήταν ανεπιτυχής για ένα έως τρία από τα 6 υπό μελέτη γονίδια, αντίστοιχα, με την απουσία των εν λόγω δεδομένων (missing data) να προέρχεται από τυχαίο μηχανισμό (Welch's t-test - p>0.002). H κατανομή των τιμών των mRNA επιπέδων ήταν μη κανονική για όλα τα γονίδια. Κατόπιν επικύρωσης με την μέθοδο της αναδειγματοληψίας (Bca bootstrap), η συσχέτιση της μεταγραφικής έκφρασης των γονιδίων παρέμεινε στατιστικά σημαντική, θετικού προσήματος και τουλάχιστον μέτριας ισχύος για τα ζεύγη RRM1-RRM2, dCK-RRM1, dCK-RRM2, BRCA1-RRM1, BRCA1-RRM2 και BRCA1-dCK, υποδηλώνοντας μια τάση σύγχρονης μεταγραφικής δραστηριότητας όχι μόνο ανάμεσα στα γονίδια με παρόμοια αλληλεπίδραση στη δραστικότητα της γεμσιταβίνης, αλλά και μεταξύ λειτουργικά ανταγωνιστικών γονιδίων, καθώς επίσης μια τάση συνέκφρασης του BRCA1 τόσο με τα δυνητικά ευνοϊκά, όσο και με τα δυνητικά δυσμενή για τη γεμσιταβίνη γονίδια.Από τα κλινικο-ιστοπαθολογικά χαρακτηριστικά των ασθενών και του όγκου, μόνο το PS των ασθενών αναδείχθηκε ανεξάρτητος, στατιστικά σημαντικός προβλεπτικός παράγοντας για την κλινική έκβαση και ειδικότερα για τον ΤΤΡ και την ΟS. Αν και δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ των κλινικο-ιστοπαθολογικών παραμέτρων με τo σύνολο (γραμμικό συνδυασμό) της μεταγραφικής έκφρασης των 6 υπό μελέτη γονιδίων, καταγράφηκε μια περιορισμένου βαθμού, αντίθετης φοράς αλληλεπίδραση του φύλου των ασθενών και του ιστολογικού τύπου του καρκίνου στην έκφραση του γονιδίου CDA, με την μέση τιμή της τελευταίας να είναι μεγαλύτερη στις γυναίκες με πλακώδες καρκίνωμα του πνεύμονα και στους άντρες με ΜΜΚΠ από μη-πλακώδες επιθήλιο. Η διαφοροποίηση αυτή στην CDA έκφραση μεταξύ των όγκων από πλακώδες και μη επιθήλιο ήταν στατιστικά σημαντική μόνο στο ανδρικό φύλο.Όσον αφορά στην συσχέτιση της κλινικής έκβασης με την mRNA έκφραση των 5 επιμέρους γονιδίων που σχετίζονται με τη δραστικότητα της γεμσιταβίνης, οριζόμενη ως διχοτόμο κατηγορική μεταβλητή («χαμηλή versus υψηλή»), ως ανεξάρτητοι και στατιστικά σημαντικοί προβλεπτικοί παράγοντες προέκυψαν: (α) για το ΟRR, η έκφραση των CDA και RRM1, (β) για το DCR, εκείνη των RRM1, dCK και hENT1, ενώ (γ) για τον ΤΤΡ και (δ) την OS, η έκφραση των CDA, dCK και hENT1. Παράλληλα, η συνέκφραση των τριών δυνητικά δυσμενών γονιδίων CDA, RRM1 και RRM2 οριζόμενη ως κατηγορική μεταβλητή («συγκλίνουσα χαμηλή versus μεικτή/αποκλίνουσα versus συγκλίνουσα υψηλή») ήταν ανεξάρτητος προβλεπτικός παράγοντας και για τα τέσσερα καταληκτικά σημεία, ενώ η αντίστοιχη συνέκφραση των δύο δυνητικά ευνοϊκών γονιδίων dCK και hENT1 είχε την ίδια αυτή ιδιότητα για το DCR, τον TTP και την OS. Η παραπάνω επίδραση της συνδυαστικής έκφρασης των γονιδίων στην κλινική έκβαση ήταν μεγαλύτερου μεγέθους απ’ ότι η επιμέρους, μεμονωμένη έκφραση τους.Μεταξύ των υποψήφιων φαρμακογενετικών βιοδεικτών, ο προτεινόμενος ταξινομητής χημειοευαισθησίας πέντε βαθμίδων 5L-GSC αναδείχθηκε ανεξάρτητος προβλεπτικός παράγοντας και για τα τέσσερα καταληκτικά σημεία, έχοντας τον υψηλότερο βαθμό στατιστικής σημαντικότητας (με τιμές p=0.03, 0.004, <0.001 και <0.001 για το ORR, DCR, TTP και OS, αντίστοιχα) και το μεγαλύτερο μέγεθος επίδρασης στην κλινική έκβαση του συνόλου των ασθενών της μελέτης. Ενδεικτικά, οι σταθμισμένες τιμές του λόγου συμπληρωματικών πιθανοτήτων (adjusted odds ratio, OR) για το DCR στους όγκους «πολύ υψηλής», «υψηλής» και «ενδιάμεσης ευαισθησίας στη γεμσιταβίνη» ήταν, αντίστοιχα, 16.66, 10.83 και 5.2 σε σχέση με τους όγκους «πολύ χαμηλής ευαισθησίας», ενώ οι αντίστοιχες τιμές του σχετικού στιγμιαίου κινδύνου (adjusted hazard ratio, HR) για τον ΤΤΡ ήταν 0.04, 0.11 και 0.22 συγκριτικά με το επίπεδο αναφοράς. Όσον αφορά στην επίσης ευνοϊκή συσχέτιση του 5L-GSC με την OS, αξίζει να σημειωθεί ότι η συχνότητα χορήγησης και ο τύπος της θεραπείας 2ης γραμμής δεν διέφεραν στατιστικά σημαντικά μεταξύ των πέντε επιμέρους κατηγοριών του προτεινόμενου βιοδείκτη, με τη διάμεση τιμή της OS να κυμαίνεται από 11.1 έως 23.5 μήνες στους ασθενείς με όγκους ενδιάμεσης έως πολύ υψηλής ευαισθησίας στη γεμσιταβίνη συγκριτικά με 1.8 μήνες στους ασθενείς με όγκους πολύ χαμηλής ευαισθησίας. Η κλινική έκβαση των ασθενών με όγκους ενδιάμεσης ευαισθησίας ήταν συγκρίσιμη με εκείνη του συνόλου των 219 ασθενών.Κατά τον έλεγχο της εσωτερικής εγκυρότητας των αποτελεσμάτων της πολυπαραγοντικής ανάλυσης με την μέθοδο της αναδειγματοληψίας επικυρώθηκε η στατιστική σημαντικότητα της συσχέτισης των καταληκτικών σημείων κλινικής έκβασης με όλους τους παραπάνω υποψήφιους βιοδείκτες, ενώ παράλληλα αποκλείστηκε το ενδεχόμενο της πολυσυγγραμμικότητας.Κατά την αναζήτηση του πλέον φειδωλού πολυπαραμετρικού μοντέλου με τη βέλτιστη ικανότητα πρόβλεψης του τύπου της αντικειμενικής ανταπόκρισης της νόσου ως τριωνυμικής κατηγορικής μεταβλητής («πλήρης ή μερική ανταπόκριση» versus «σταθεροποίηση» versus «επιδείνωση»), ο προτεινόμενος 5L-GSC ήταν ο μόνος ανάμεσα σε οκτώ υποψήφιους παράγοντες που πληρούσε τα εν λόγω κριτήρια, με την τιμή του αναμενόμενου σφάλματος πρόβλεψης σε εξωγενή, ανεξάρτητα δεδομένα να εκτιμάται σε 0.615 (±0.033).Ο προβλεπτικός ρόλος της BRCA1 έκφρασης ως διωνυμικής κατηγορικής μεταβλητής («χαμηλής versus υψηλής έκφρασης») ήταν στατιστικά σημαντικός και για τα τέσσερα καταληκτικά σημεία κλινικής έκβασης (ΟRR, DCR, TTP και OS), ανεξάρτητος από το status του 5L-GSC, αλλά διαφορικός ανάλογα με τον τύπο της χημειοθεραπείας. Συγκεκριμένα, ενώ στην υπο-ομάδα των ασθενών που έλαβαν γεμσιταβίνη σε συνδυασμό με πλατινούχα σκευάσματα η χαμηλή BRCA1 έκφραση είχε ευνοϊκή επίδραση, η αντίστοιχη επίδραση της στην υπο-ομάδα ασθενών υπό γεμσιταβίνη και αντιμιτωτικούς παράγοντες ήταν δυσμενής. Όπως και με τους προηγούμενους βιοδείκτες, η στατιστική σημαντικότητα διατηρήθηκε κατά τον έλεγχο της εσωτερικής επικύρωσης, ενώ αποκλείστηκε το ενδεχόμενο της πολυσυγραμματικότητας. Επιπλέον, η συχνότητα χορήγησης και ο τύπος της θεραπείας 2ης γραμμής δεν διέφεραν στατιστικά σημαντικά μεταξύ των ασθενών με όγκους χαμηλής και υψηλής έκφρασης του BRCA1.Στους ασθενείς υπό συνδυαστική χημειοθεραπεία γεμσιταβίνης/πλατινούχων σκευασμάτων καταγράφηκε μια στατιστικά σημαντική και ευνοϊκή αλληλεπίδραση της χαμηλής έκφρασης του BRCA1 με το status του 5L-GSC στην OS, με προοδευτική αύξηση της διάμεσης τιμής από 4.9 μήνες στους όγκους πολύ χαμηλής ευαισθησίας στη γεμσιταβίνη και με ταυτόχρονα χαμηλή BRCA1 έκφραση σε 41.6 μήνες στους όγκους πολύ υψηλής ευαισθησίας στη γεμσιταβίνη και με ταυτόχρονα χαμηλή BRCA1 έκφραση.Τέλος, στους 117 ασθενείς όπου υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα για τον τύπο της ανταπόκρισης της νόσου στη θεραπεία 2ης γραμμής, δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση είτε του 5L-GSC, είτε της BRCA1 έκφρασης με την κλινική έκβαση.Συμπεράσματα: Η παρούσα ερευνητική εργασία αναδεικνύει τον προβλεπτικό για την κλινική έκβαση ρόλο ενός νέου, υποσχόμενου, φαρμακογενωμικού βιοδείκτη (5L-GSC) που αντανακλά την ενδο-ογκική, συνδυασμένη μεταγραφική έκφραση των γονιδίων CDA, RRM1, RRM2, dCK και hENT1 και που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στην εξατομίκευση της χημειοθεραπείας 1ης γραμμής με βάση τη γεμσιταβίνη στον ΜΜΚΠ. Παράλληλα, επικυρώνει και ενισχύει τον αντίστοιχο ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει στην ογκολογική κλινική πράξη η μεταγραφική έκφραση του γονιδίου BRCA1. Επιπλέον, καταγράφει για πρώτη φορά την παρουσία εκλεκτικής, συνεργικής αλληλεπίδρασης των δύο προτεινόμενων βιοδεικτών στους ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με πλατινούχους συνδυασμούς της γεμσιταβίνης.Παρά τους περιορισμούς της μελέτης λόγω κυρίως του αναδρομικού σχεδιασμού της και του σχετικά μικρού μεγέθους του δείγματος, η σημαντικότητα και εγκυρότητα των ευρημάτων που αφορούν στην προβλεπτική ικανότητα των δύο υποψήφιων βιοδεικτών ενισχύεται από την προοπτική καταγραφή των κλινικών δεδομένων στα πλαίσια κλινικών δοκιμών, την τυποποιημένη εργαστηριακή επεξεργασία των δειγμάτων και τη διενέργεια εκτενούς στατιστικής ανάλυσης που συμπεριέλαβε πολυπαραγοντικές δοκιμασίες, έλεγχο για ενδεχόμενη συσχέτιση των ανεξάρτητων παραμέτρων, μεθοδολογία διασταυρούμενης (εσωτερικής) επικύρωσης και στάθμιση του φαινομένου της υπερπροσαρμογής.
Φυσική περιγραφή 212 σ. : σχεδ., πιν., εικ.(μερ. εγχρ.) ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα MRNA expression
Ημερομηνία έκδοσης 2022-07-29
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Μόνιμη Σύνδεση https://elocus.lib.uoc.gr//dlib/0/0/6/metadata-dlib-1664183844-40335-24380.tkl Bookmark and Share
Εμφανίσεις 39

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Δεν έχετε δικαιώματα για να δείτε το έγγραφο.
Δεν θα είναι διαθέσιμο έως: 2025-07-29