Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Αναζήτηση  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Εντολή Αναζήτησης : Συγγραφέας="Δραγωνά-Μοναχού"  Και Συγγραφέας="Μυρτώ"

Τρέχουσα Εγγραφή: 5 από 6

Πίσω στα Αποτελέσματα Προηγούμενη σελίδα
Επόμενη σελίδα
Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000349989
Τίτλος Η επιλεκτική διακοπή της κύησης για ιατρικούς λόγους ως μια μορφή ευγονικής
Συγγραφέας Κοντολάτη, Ελένη
Σύμβουλος διατριβής Δραγωνά-Μοναχού Μυρτώ
Μέλος κριτικής επιτροπής Γαλανάκης Εμμανουήλ
Πετούση Βασιλική.
Περίληψη Το ενδιαφέρον της εργασίας εστιάζεται στην ηθική πραγμάτευση της επιλεκτικής διακοπής της κύησης ενός εμβρύου με δυσλειτουργία με πρωταρχικό στόχο να εξεταστεί, εάν η επικείμενη αναπαραγωγική επιλογή είναι προϊόν αυτόνομης βούλησης. Λαμβάνοντας υπόψη πως η επιλεκτική διακοπή της κύησης ενός εμβρύου με δυσλειτουργία έπεται της προσφοράς ιατρικών υπηρεσιών στα πλαίσια της προγεννητικής φροντίδας, κρίνεται σκόπιμο να αξιολογηθεί ο ρόλος αυτών των υπηρεσιών στη διαδικασία λήψης αναπαραγωγικών αποφάσεων. Το γεγονός ότι η προσφορά της προγεννητικής εξέτασης και της γενετικής συμβουλευτικής νομιμοποιείται ηθικά και ιατρικά, εφόσον προϋποθέτει την προστασία της αυτονομίας και της υγείας των εξεταζόμενων μελών, παραπέμπει στη σημασία που αποδίδεται στις δύο θεμελιώδεις ηθικές αρχές της αυτονομίας και της ωφέλειας. Επομένως, το πλέον ασφαλές κριτήριο αξιολόγησης των δύο υπηρεσιών μπορεί να αποτελέσει η επιβεβαίωση των θεμελιωδών αρχών και ακολούθως των κανόνων που προκύπτουν από τις θεμελιώδεις αρχές στα πλαίσια της προσφοράς και εφαρμογής τους. Η διενέργεια της προγεννητικής εξέτασης, προκειμένου να σέβεται την αυτονομία της κυοφορούσας, πρέπει να διασφαλίζει την εκούσια διάθεση της τελευταίας, η οποία επικυρώνεται με την ενήμερη συγκατάθεση στα πλαίσια της συμβουλευτικής που προηγείται της εξέτασης. Ο πρώτος προβληματισμός, λοιπόν, που προκύπτει αφορά στην περίπτωση που η συγκατάθεση είναι προϊόν πίεσης και ελλιπούς πληροφόρησης. Η δυνατότητα απόκτησης γενετικών πληροφοριών φαίνεται να υπονομεύει τον αυτοκαθορισμό και την αίσθηση ελέγχου της κυοφορούσας στη ζωή της, όταν η πλειοψηφία των γιατρών επιβάλλει με όχι τόσο εμφανή τρόπο την προγεννητική εξέταση στα πλαίσια της καθιέρωσής της ως μιας διαδικασίας ρουτίνας και πιέζει διακριτικά την κυοφορούσα να εξεταστεί επιμένοντας πως η διενέργεια της εξέτασης συνιστά μια υπεύθυνη πράξη, ενώ το ελλοχεύον μήνυμα που ανακοινώνεται στην κυοφορούσα έγκειται στο ότι η διακοπή της κύησης εμβρύων με δυσλειτουργία αποτελεί μια υπεύθυνη πράξη. Όπως είναι αναμενόμενο, η κυοφορούσα ενδέχεται να δυσκολευτεί να απορρίψει μια εξέταση που ο γιατρός της προτείνει, ειδικά όταν η φαινομενική δικαιολόγηση για τη διενέργειά της αφορά τον εφησυχασμό της γυναίκας ως προς την υγεία του εμβρύου της και η αποδοχή της εξέτασης φαίνεται να είναι η μόνη επιλογή που επιδοκιμάζεται από τους γιατρούς και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Όμως, η καθιέρωση της προγεννητικής εξέτασης ως μιας διαδικασίας ρουτίνας, δεδομένου ότι εγείρει το ζήτημα της διακοπής της κύησης σε περίπτωση θετικής διάγνωσης, εντείνει τον ήδη υπάρχοντα προβληματισμό ως προς την πίεση που ασκείται στη γυναίκα, προκειμένου να υποβληθεί στην εξέταση, στην περίπτωση που η πίεση αυτή προκύπτει από την επιδίωξη της εξέτασης να ελέγχει την αναπαραγωγική ικανότητα της γυναίκας, ως υπεύθυνης για την παραγωγή ποιοτικών προϊόντων, με επακόλουθο ο έλεγχος της γυναίκας να έχει άμεση συνάφεια με τον έλεγχο των εμβρύων με δυσλειτουργίες και η επιλεκτική διακοπή της κύησης να γίνεται αντιληπτή ως ένας μηχανισμός ποιοτικού ελέγχου, δεδομένου ότι προηγείται η εξέταση. Συγχρόνως, το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίσει για το εάν θα προβεί στην εξέταση φαίνεται να υπονομεύεται και να περιορίζεται, όχι μόνο από την ιατρικοποίηση της εγκυμοσύνης και την πίεση που ασκείται, αλλά και από τις λιγοστές πληροφορίες που παρέχονται, προκειμένου να διασφαλιστεί η εγκυρότητα της ενήμερης συγκατάθεσής της στην εξέταση. Ο προβληματισμός στην προκειμένη περίπτωση δεν έγκειται μονάχα στο ενδεχόμενο η ελλιπής πληροφόρηση να αποδίδεται στη δυσκολία να ενημερωθεί πλήρως η γυναίκα, αλλά και στο ενδεχόμενο η ελλιπής πληροφόρηση να αποδίδεται στην εσκεμμένη παράλειψη πληροφοριών, προκειμένου να μην αρνηθεί τη συγκατάθεσή της η κυοφορούσα ως προς τη διενέργεια της εξέτασης. Όμως, τα εμπειρικά δεδομένα ως προς τον αρνητικό αντίκτυπο των διαγνωστικών γενετικών πληροφοριών στα εμπλεκόμενα – εξεταζόμενα μέλη επιχειρηματολογούν κατά της εξαναγκαστικής προγεννητικής εξέτασης, με το αναγνωρισμένο συμφέρον της γυναίκας στη γνώση να έγκειται στην αυτόνομη επιλογή και προετοιμασία της να χρησιμοποιήσει τη γνώση, έχοντας συνειδητοποιήσει τη σημασία της. Παράλληλα, λαμβάνοντας υπόψη πως η προγεννητική εξέταση προσφέρεται από την ιατρική κοινότητα με στόχο να περιφρουρήσει την υγεία του εξεταζόμενου εμβρύου και των γονιών του, όσο είναι εφικτό, αλλά και να ενισχύσει συγχρόνως το δικαίωμα των τελευταίων στην αναπαραγωγική επιλογή, ο δεύτερος κατά σειρά προβληματισμός που εγείρεται αφορά στην περίπτωση θετικής διάγνωσης με την εξέταση να μην ανταποκρίνεται στη συμβατική εικόνα που την περιβάλλει και ακολούθως να περιορίζει το φάσμα της «επιλογής» των γονέων μεταξύ της «ελαττωματικής» ύπαρξης και της ανυπαρξίας του εμβρύου, προβάλλοντας ως θεραπεία στην «ελαττωματική» ύπαρξη μια αρνητική ενέργεια, όπως είναι η διακοπή της κύησης. Ο χαρακτηρισμός της εξέτασης ως ιατρικής φαίνεται να παρέχει την εντύπωση πως ότι εντοπίζει είναι απαραίτητα κακό και βλαβερό για την υγεία, δεδομένης της φύσης του ιατρικού λειτουργήματος και της προτεραιότητας που τίθεται ως προς την ανίχνευση δυσλειτουργιών, έναντι άλλων ασήμαντων για την υγεία χαρακτηριστικών, με επακόλουθο η απόφαση η προγεννητική εξέταση να καθιερωθεί ως ένα συνηθισμένο και αναπόσπαστο μέρος της προγεννητικής φροντίδας να εγείρει τον κίνδυνο η επιλεκτική διακοπή της κύησης που έπεται της εξέτασης να παρουσιάζεται ως μια ιατρική αναγκαιότητα. Μάλιστα, η καθιέρωση της διακοπής της κύησης ως μιας ιατρικής αναγκαιότητας φαίνεται να επιτυγχάνεται καλύτερα, όταν η προγεννητική εξέταση μετατρέπει την εμπειρία της εγκυμοσύνης, η οποία για τις περισσότερες γυναίκες είναι μια φυσιολογική και υγιής λειτουργία, σε μια ριψοκίνδυνη διαδικασία, η οποία απαιτεί συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Η εξίσωση της δυσλειτουργίας με ασθένεια καθιστά αναπόδραστη τη σχέση της προγεννητικής εξέτασης με την επιλεκτική διακοπή της κύησης, με την εξέταση να μην περιορίζεται μόνο στην ανίχνευση δυσλειτουργιών, αλλά να στοχεύει και στην πρόληψη ή θεραπεία τους, όπου δεδομένης της έλλειψης εναλλακτικών θεραπευτικών αγωγών για τις διαγιγνωσκόμενες δυσλειτουργίες, η διακοπή της κύησης παρουσιάζεται όχι μόνο να προλαμβάνει αλλά και να «θεραπεύει» τη δυσλειτουργία. Αναπόφευκτα, αυτού του είδους η αλληλένδετη σχέση της εξέτασης με τη διακοπή της κύησης εγείρει την ανησυχία ως προς τη δυνατότητα προσφοράς μη καθοδηγητικής συμβουλευτικής σε γονείς που βρίσκονται αντιμέτωποι με μια θετική διάγνωση. Παρόλο που η επιτυχία της γενετικής συμβουλευτικής διασφαλίζεται, εφόσον η γυναίκα έχει λάβει όλες τις πιθανές πληροφορίες, τις έχει κατανοήσει και ακολούθως δύναται να προβεί στη λήψη μιας αυτόνομης απόφασης, διαπιστώνεται η επαγγελματική δέσμευση αναφορικά με την έλλειψη καθοδήγησης να παραβιάζεται και κάποιοι σύμβουλοι να μην εξασκούν το επάγγελμά τους με τρόπο που να νομιμοποιεί την ενδεχόμενη απόφαση της γυναίκας να συνεχίσει την κυοφορία ενός εμβρύου που διαγνώστηκε με κάποια δυσλειτουργία. Συγκεκριμένα, η μεθοδευμένη παράλειψη και η επιλεκτική προσφορά πληροφοριών σε συνδυασμό με τον αρνητικό τρόπο παρουσίασης της εικόνας της δυσλειτουργίας και τις πληροφορίες για τον ως επί το πλείστον αρνητικό αντίκτυπο της δυσλειτουργίας στην ποιότητα ζωής του μελλοντικού παιδιού και των γονέων του μπορούν να «εκβιάσουν» τη συγκατάθεση της γυναίκας ως προς τη διακοπή της κύησης, εφόσον οι πληροφορίες την έχουν προδιαθέσει αρνητικά ως προς την απόκτηση ενός παιδιού με δυσλειτουργία. Ο προβληματισμός ως προς το «πρότυπο» συμβουλευτικής, το οποίο δε σέβεται την αυτονομία των μελλοντικών γονέων, ενισχύεται όταν οι λόγοι προώθησης της διακοπής της κύησης δεν είναι μόνο ιατρικής αλλά και κοινωνικής – οικονομικής φύσεως. Η πλειοψηφία των γιατρών υποστηρίζει υπό το πρίσμα της ωφελιμιστικής προσέγγισης πως η διακοπή της κύησης είναι μια πράξη ηθική σε περίπτωση δυσλειτουργίας, καθώς οι συνέπειες της ενέργειας αυτής προάγουν την ευημερία όλων των εμπλεκομένων μελών (του εμβρύου με δυσλειτουργία, των μελλοντικών γονέων και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου) που επηρεάζεται από την ενέργεια, όμως υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την ωφέλεια που παράγεται από τη διακοπή της κύησης ενός εμβρύου με δυσλειτουργία, με επακόλουθο να τίθεται υπό αμφισβήτηση και η ηθική νομιμοποίηση της συγκεκριμένης ενέργειας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται πως το έμβρυο με δυσλειτουργία έχει συμφέρον να μη ζήσει, επειδή η δυσλειτουργία θα βλάψει σημαντικά την ποιότητα ζωής του, ώστε η διακοπή της κύησής του να συμβάλλει στην ευημερία του ίδιου του εμβρύου. Παρόλο που ο αλτρουισμός φαίνεται να είναι ένας ικανοποιητικός λόγος για την επιλεκτική διακοπή της κύησης σε περίπτωση δυσλειτουργίας, παρουσιάζονται δύο σημαντικές δυσκολίες ως προς την αποδοχή του με την πρώτη δυσκολία να αφορά στο περιορισμένο εύρος των ιατρικών καταστάσεων, για το οποίο ισχύει αυτή η δικαιολογία, όπου πράγματι η εναλλακτική της διακοπής της κύησης είναι η γέννηση ενός παιδιού, του οποίου η ποιότητα και αξία ζωής να είναι αρνητική, και με την δεύτερη δυσκολία να αφορά στη διαπίστωση ότι η ευημερία ενός ανθρώπου με δυσλειτουργία μπορεί να ενισχυθεί από την προσφορά βοήθειας εκ μέρους της οικογένειάς του, των συνανθρώπων του και της Πολιτείας στην οποία εντάσσεται. Παράλληλα, η ευημερία των μελλοντικών γονέων και της κοινωνίας παρόλο που προάγεται από την επιλεκτική διακοπή της κύησης, ενδέχεται η προώθηση της ευημερίας τους να έχει μακροπρόθεσμα αρνητικές συνέπειες, ώστε η ωφέλεια που παράγεται για τους γονείς και την κοινωνία να μην μπορεί να αντισταθμίσει το κακό που συνεπάγεται η επιλεκτική διακοπή της κύησης. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται πως οι εκπρόσωποι της κοινωνικής πολιτικής έχουν συμφέρον να επιφέρουν βελτιώσεις στην υγεία και να μειώσουν το κόστος στον τομέα της υγείας, όπου η διακοπή της κύησης για δυσλειτουργίες του εμβρύου φαίνεται να επιτυγχάνει και τους δύο αυτούς στόχους. Όμως, η χρήση της διακοπής της κύησης, προκειμένου να προαχθεί η ευημερία της κοινωνίας σε όρους υγείας και δαπανών, μεταβάλλει την εικόνα της ασθένειας, επηρεάζει τη φύση του ιατρικού λειτουργήματος, προβληματίζει ως προς τη συσχέτιση που υπάρχει ή πρέπει να υπάρχει μεταξύ της υγείας και του εύρους των ευκαιριών που προσφέρονται στο σύνολο των ανθρώπων και αλλάζει τη στάση της πολιτείας ως προς την ασθένεια – δυσλειτουργία και την κοινωνική ευθύνη για τους πολίτες με δυσλειτουργίες, καθώς αποφεύγει (η πολιτεία) να δημιουργήσει ένα πιο προσβάσιμο περιβάλλον για τους τελευταίους. Μάλιστα, η αποφυγή δημιουργίας ενός πιο προσβάσιμου περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια προγραμμάτων κοινωνικής αλληλεγγύης δεν επηρεάζει μόνο τους έχοντες δυσλειτουργίες που διαγιγνώσκονται από την προγεννητική εξέταση, αλλά επηρεάζει και την πλειοψηφία των ανθρώπων που φέρουν δυσλειτουργίες που είτε δε διαγιγνώσκονται ακόμη από την προγεννητική εξέταση είτε δεν οφείλονται σε γενετικούς παράγοντες, με αποτέλεσμα και οι τελευταίοι να γίνονται δέκτες της κοινωνικής αμέλειας συμπεριλαμβανόμενοι πιθανώς και εκείνοι στη λίστα των ανεπιθύμητων πολιτών. Επιπλέον, η σημασία που αποδίδεται εκ μέρους της πολιτείας και των γιατρών στην αποφυγή της οικονομικής επιβάρυνσης και στην πρόληψη της δυσλειτουργίας επιτρέπει στη δυσλειτουργία να αποτελέσει το μόνο σημαντικό χαρακτηριστικό, αποτυγχάνοντας να αναγνωρίσουν πως μαζί με οιαδήποτε βλάβη που διαγιγνώσκεται στο έμβρυο υπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά, τα οποία συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της οντότητας, με κίνδυνο η αξία της οντότητας να ανάγεται στα βιολογικά χαρακτηριστικά της. Όμως, μια δίκαιη κοινωνία πρέπει να εκτιμά τη ζωή όλων των ανθρώπων ασχέτως των φυσικών καταβολών τους, χωρίς να υπονοείται ότι κατηγορίες ανθρώπων δεν πρέπει να υπάρχουν, διότι η ίδια δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένη για αυτούς. Συγχρόνως, υποστηρίζεται πως οι μελλοντικοί γονείς έχουν συμφέρον να αποφύγουν την ψυχολογική και οικονομική επιβάρυνση που επιφέρει η φροντίδα ενός παιδιού με δυσλειτουργία, όπου η διακοπή της κύησης ενός εμβρύου με δυσλειτουργία φαίνεται να απαλλάσσει τους μελλοντικούς γονείς από αυτού του είδους την επιβάρυνση. Όμως, η χρήση της διακοπής της κύησης, προκειμένου να προαχθεί η ευημερία των μελλοντικών γονέων σε όρους οικονομικών πόρων και αποθεμάτων χρόνου ή ψυχολογικής δύναμης ενθαρρύνει την κοινωνική διάκριση έναντι των ανθρώπων με δυσλειτουργίες στο βαθμό που πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γονείς με παιδιά με δυσλειτουργίες είναι απόρροια κοινωνικών διακρίσεων και όχι απόρροια της βλάβης αυτής καθ’ αυτής και η ευημερία των μελλοντικών γονέων έγκειται στην αποφυγή της κοινωνικής διάκρισης, που ήδη υφίστανται οι οικογένειες των ανθρώπων με δυσλειτουργίες. Ο προβληματισμός ως προς τον αρνητικό αντίκτυπο που μπορεί να έχει μια προσωπική απόφαση για όλους τους ανθρώπους στην κοινωνία, παραπέμπει στον ήδη υπάρχοντα προβληματισμό ως προς την προσβολή της αυτόνομης αναπαραγωγικής επιλογής. Όσες γυναίκες «επιλέγουν» να προβούν σε επιλεκτική διακοπή της κύησης συχνά αισθάνονται πως η επιλογή τους δεν είναι εξ’ ολοκλήρου εκούσια, καθώς ανταποκρίνονται σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, στο οποίο η ανεπάρκεια προγραμμάτων κοινωνικής αλληλεγγύης για τους ανθρώπους με δυσλειτουργίες, τα στερεότυπα και οι κοινωνικές ανισότητες αποθαρρύνουν την απόκτηση ενός παιδιού με δυσλειτουργία. Κατ’ επέκταση, είναι αδύνατον να υποστηριχθεί η επιλεκτική διακοπή της κύησης από το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει, όταν η γυναίκα ζει σε μια κοινωνία με αξίες και η απόφασή της είναι προϊόν εξαναγκασμού από καταπιεστικές αξίες και συμπεριφορές. Οι αντιρρήσεις που έχουν αναφερθεί μέχρι στιγμής ως προς την επιλεκτική διακοπή της κύησης ενισχύονται από τους επικριτές της διακοπής της κύησης, οι οποίοι υποστηρίζοντας πως το έμβρυο έχει πλήρη ηθική υπόσταση υπαινίσσονται πως όταν η γυναίκα εκούσια και υπεύθυνα επιδιώκει την μητρότητα, τότε οφείλει να επιδείξει και την ανάλογη υπευθυνότητα, όταν αποφασίζει να προβεί σε διακοπή της κύησης. Οι λόγοι που επικαλείται για την απόφασή της πρέπει να είναι σημαντικοί και σοβαροί όσο σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η διακοπή της κύησης στερεί στο έμβρυο ένα αξιόλογο μέλλον και τη δυνατότητα να βιώσει μια αξιόλογη ζωή. Επομένως, αναγνωρίζοντας πως η εξατομικευμένη επιλογή είτε είναι αυτόνομη είτε προϊόν εξαναγκασμού μπορεί να επηρεάσει το σύνολο των ανθρώπων, κρίνουν πως μόνο στην περίπτωση που το συμφέρον της γυναίκας στη ζωή τίθεται σε κίνδυνο από την εγκυμοσύνη μπορεί να δικαιολογηθεί ηθικά η διακοπή της κύησης, καθώς η περιφρούρηση αυτού του συμφέροντος δε θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και συνάδει με μια υπεύθυνη κοινωνική συμπεριφορά. Συμφέροντα λιγότερο σημαντικά από εκείνο στη ζωή δεν μπορούν να υπερισχύσουν έναντι του συμφέροντος του εμβρύου στη ζωή και για το λόγο αυτό αποδοκιμάζονται. Τα ευρήματα της παρούσας εργασίας υποδεικνύουν πως η επιλεκτική διακοπή της κύησης ενός εμβρύου με δυσλειτουργία είναι μια μορφή ευγονικής, καθώς ανταποκρίνεται κατά κάποιο τρόπο στους στόχους της ευγονικής. Δεδομένου ότι υπάρχει «καλή» και «κακή» ευγονική, η επιλεκτική διακοπή της κύησης αποτελεί μια μορφή «κακής» ευγονικής, όταν η συγκεκριμένη αναπαραγωγική απόφαση δεν λαμβάνεται αυτόνομα από την κυοφορούσα και ο λόγος για την απόφαση αυτή αφορά αποκλειστικά στο χαρακτηριστικό της δυσλειτουργίας. Αυτή η «νέα ευγονική» πραγματικότητα χρίζει περαιτέρω μελέτης και ο ρόλος των ιατρικών υπηρεσιών όσο και ο ρόλος της πολιτείας στη λήψη αναπαραγωγικών αποφάσεων πρέπει να επανεκτιμηθεί.
Φυσική περιγραφή 125 σ. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Ημερομηνία έκδοσης 2007
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Φιλοσοφική Σχολή--Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
  Τύπος Εργασίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
Μόνιμη Σύνδεση https://elocus.lib.uoc.gr//dlib/6/a/4/metadata-dlib-1543395353-982246-17290.tkl Bookmark and Share
Εμφανίσεις 72

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 1