Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Αναζήτηση  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Εντολή Αναζήτησης : Συγγραφέας="Κόπακα"  Και Συγγραφέας="Κατερίνα"

Τρέχουσα Εγγραφή: 6 από 24

Πίσω στα Αποτελέσματα Προηγούμενη σελίδα
Επόμενη σελίδα
Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου 000432175
Τίτλος Η πρώιμη ιστορία της κρητικής αρχαιολογίας : από τα χρόνια του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου έως το τέλος του Μεσοπολέμου (1884-1940) / Γιώργος Τζωράκης.
Άλλος τίτλος The early history of Cretan archeology : from the Heraklion Educational Society to the eng of the interwar period (1884-1940)
Συγγραφέας Τζωράκης, Γιώργος
Σύμβουλος διατριβής Τζαχίλη Ίρις
Μέλος κριτικής επιτροπής Παναγιωτόπουλος Διαμαντής
Κοκκινάκης Ιωάννης
Κόπακα Κατερίνα
Καραναστάση Παυλίνα
Γαλανίδου Νένα
Ζέη Ελευθερία
Περίληψη Η ανά χείρας εργασία έθεσε ως στόχο να φωτίσει περαιτέρω την πρώιμη ιστορία της κρητικής αρχαιολογίας, από τη γένεσή της τα χρόνια του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου, μέχρι και την περίοδο του Μεσοπολέμου (1884-1940). Θεωρούμε ότι σε κάποιο τουλάχιστον βαθμό ο στόχος επιτυγχάνεται, καθώς στα κεφάλαια της διατριβής έγινε δυνατή η ανάδειξη προσώπων, απόψεων, νοοτροπιών, τάσεων και βέβαια, γεγονότων, τα οποία σε μεγάλο βαθμό καθόρισαν την ιστορία της κρητικής αρχαιολογίας κατά την μακράν αυτή περίοδο που εξετάζεται. Το κύριο βάρος της εργασίας είναι γεγονός ότι δόθηκε στην περιγραφή των αρχαιολογικών ζητημάτων ιδίως της εποχής του Μεσοπολέμου, σχεδόν πλήρως ανεξερεύνητης έως σήμερα, κρίθηκε όμως απαραίτητη και η εξιστόρηση των προηγηθέντων, για την επαρκέστερη κατανόηση όσων ακολούθησαν. Ως εισαγωγικό λοιπόν κεφάλαιο προτάχθηκε η προδρομική ιστορία της κρητικής αρχαιολογίας∙ οι πρώιμες έρευνες του Μ. Καλοκαιρινού, η επόμενη περίοδος του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου, τα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας και τέλος, η περίοδος αμέσως μετά την ενσωμάτωση της Κρήτης με την Ελλάδα έως το 1922, έτος που θεωρείται χρονολογικό όριο για τον ελληνικό Μεσοπόλεμο. Το δεύτερο μέρος της διατριβής αφιερώθηκε στην περιγραφή των αρχαιολογικών γεγονότων και ζητημάτων του Μεσοπολέμου. Σε αυτό εξετάστηκαν, επιλεκτικά, αρχαιολογικά ζητήματα που αξιολογήσαμε ως μείζονα και επιπλέον, -λόγω ακριβώς της διάρκειας και της σημασίας τους-, ως ενδεικτικά των τάσεων και των αντιλήψεων που ερμηνεύουν σε ικανοποιητικό βαθμό τα κύρια χαρακτηριστικά της κρητικής αρχαιολογίας. Ο Μεσοπόλεμος όμως, για την κρητική αρχαιολογία, υπήρξε περίοδος πολυάριθμων και σημαντικών γεγονότων, περίοδος τομών αλλά και συνεχειών, με επιτυχίες αλλά και αστοχίες, με ενδιαφέρουσες και ποικίλες ανακατατάξεις, που θα ήταν αδύνατο να αγνοηθούν. Ως εκ τούτου, μετά από τα εισαγωγικά κεφάλαια της προδρομικής ιστορίας και της γενικής περιγραφής του Μεσοπολέμου, κρίθηκε απαραίτητη η παράθεση εκτενούς κεφαλαίου, εν είδει χρονικού, με τα κύρια γεγονότα της αρχαιολογικής Υπηρεσίας της Κρήτης, όπου αναδεικνύονται πάμπολλα ζητήματα που απασχόλησαν τους κατά καιρούς συμμετέχοντες σε αυτήν. Η καταγραφή αυτή, αν και εκ των πραγμάτων ευσύνοπτη, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς για πρώτη φορά επιχειρείται ένα αναλυτικό χρονικό των κρητικών αρχαιολογικών ζητημάτων του Μεσοπολέμου. Στα Κεφάλαια 3 έως 10 εξετάστηκαν, σχολαστικά, τα κατά τη γνώμη μας σημαντικά αρχαιολογικά ζητήματα, που λόγω της φύσης τους, της ευρύτητας, αλλά και της διάρκειάς τους, θεωρήσαμε πως δίνουν σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της αρχαιολογικής πραγματικότητας στην Κρήτη, όχι μόνο της εποχής του Μεσοπολέμου αλλά και γενικότερα. Τα μείζονα αυτά αρχαιολογικά θέματα, επιχειρήθηκε να εξεταστούν με αφετηρία τις προηγούμενες περιόδους, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η διαχρονική διαχείρισή τους, μέσα στη μεταβαλλόμενη ροή προσώπων και πολιτικο-διοικητικών καταστάσεων. Σε όλα εξάλλου τα ζητήματα αυτά, μολονότι αποτέλεσαν γεγονότα που απασχόλησαν τον Μεσοπόλεμο, η αφετηρία ανιχνεύεται στις προγενέστερες περιόδους, ήδη από τα χρόνια, δηλαδή, του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου, ή, συνηθέστερα, της Κρητικής Πολιτείας. Πρόκειται για κάποια από τα διαχρονικά αρχαιολογικά ζητήματα που απασχόλησαν την κρητική αρχαιολογία, όπως η διοικητική οργάνωση της Υπηρεσίας, οι προτεραιότητές της, οι μεγάλοι σεισμοί, το μουσειακό ζήτημα, οι Ξένες Σχολές, οι αναστηλώσεις των μινωικών ανακτόρων, η αρχαιοκαπηλία και άλλα. Στο σχετικό με την ιστορία του Μουσείου Ηρακλείου κεφάλαιο και τους σεισμούς που έπληξαν το πρώτο μουσειακό κτήριο της Κρήτης και τους θησαυρούς του, αναδεικνύεται ο τιτάνιος αγώνας των Εφόρων -του Ξανθουδίδη αρχικά κι έπειτα του Μαρινάτου-, να περισώσουν τις αρχαιότητες από τη δαμόκλεια σπάθη ενός ετοιμόρροπου οικοδομήματος, η κατάρρευση του οποίου επαπειλείτο, διαρκώς, από τους επαναλαμβανόμενους σεισμούς του Μεσοπολέμου. Αναδεικνύεται, όμως, επιπλέον, το γεγονός ότι η τελική ανέγερση του νέου Μουσείου Ηρακλείου (1935), του κατεξοχήν έως σήμερα Μουσείου της Κρήτης, υπήρξε αποτέλεσμα των συνεπειών των τριών διαδοχικών -και καταστρεπτικών για τις κρητικές αρχαιότητες- σεισμών του Μεσοπολέμου, αλλά και της παραγνωρισμένης δράσης του Εφόρου Σπ. Μαρινάτου, ο οποίος οραματίστηκε πριν από οποιονδήποτε άλλον την αναγκαιότητα ενός σύγχρονου μουσείου στην Κρήτη και εργάστηκε με πραγματική αυτοθυσία και προσωπικό κόστος για την κατασκευή του. Χρήσιμα συμπεράσματα προκύπτουν και στο κεφάλαιο που εξετάζει την πορεία των Ξένων Αρχαιολογικών Σχολών στην Κρήτη, από την προδρομική δράση εκπροσώπων των ξένων χωρών τα χρόνια του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου, μέχρι και την συγκροτημένη παρουσία των Σχολών αυτών κατά περίοδο του Μεσοπολέμου. Στο ζήτημα των παραχωρήσεων των μεγάλων ανασκαφών της Κρήτης από το καθεστώς της Κρητικής Πολιτείας, επιχειρείται εδώ να δοθεί μια νέα οπτική εξέτασης∙ Στη μάλλον στερεότυπη ερμηνεία της εκβιαστικής σχεδόν απόσπασης των σχετικών αδειών από τις μεγάλες δυνάμεις, που υπήρξαν και εγγυήτριες για το νεοπαγές κρατίδιο, αντιπαραβάλλουμε την άποψη ότι οι ανασκαφές παραχωρήθηκαν ουσιαστικά από τον πανίσχυρο Έφορο Ιωσήφ Χατζιδάκη, μέχρι πρότινος διαρκή Πρόεδρο του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου, σε φορείς και ανθρώπους που ο ίδιος έκρινε καταλληλότερους. Ο Χατζιδάκης άλλωστε ήταν ο πρώτος αρμόδιος, που συνέλαβε -και υπηρέτησε πιστά σε ολόκληρο τον υπηρεσιακό βίο του- την άποψη περί την αναγκαιότητα διεθνοποίησης της κρητικής αρχαιολογίας. Στο ίδιο κεφάλαιο εξετάστηκαν και οι γενικά καλές σχέσεις μεταξύ των Σχολών και των τοπικών εκπροσώπων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Αναδεικνύεται, όμως, ότι δεν έλειψαν και οι σχετικές οξύτητες, εδραζόμενες, βασικά, σε κυριαρχικές αντιλήψεις μερίδας των ξένων αρχαιολόγων, οι οποίες σε κάποιες περιπτώσεις ώθησαν τα πράγματα σε καταστάσεις που υπερέβησαν τα όρια της επιστήμης, εισερχόμενες στο γνωστό και από άλλες περιοχές πεδίο, που διαμορφώνεται από το δίπολο αρχαιολογίας και πολιτικής. Το κεφάλαιο κλείνει με την επισκόπηση του ζητήματος της απουσίας της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας από τα κρητικά αρχαιολογικά δρώμενα, η οποία εδώ αποδίδεται απλώς στην απροθυμία της ίδιας της Εταιρείας ή/και των Εταίρων της, που παρά τις κατά καιρούς εξαγγελίες και τις σχετικές διαβεβαιώσεις, -όπως λ.χ. για την Απτέρα, αρχικά και αργότερα για τα Μάλια-, δεν προχώρησαν ποτέ στην οργάνωση οποιουδήποτε ανασκαφικού προγράμματος στην Κρήτη. Χρήσιμα συμπεράσματα προκύπτουν και από το κεφάλαιο που αφιερώνεται στο ζήτημα των αναστηλώσεων των μινωικών ανακτόρων, με την εξέταση ιδίως της περίπτωσης του ανακτόρου της Κνωσού. Η παρούσα εργασία δεν είχε ως στόχο την ανάδειξη της γνωστής εν πολλοίς αλληλουχίας των κατά καιρούς αναστηλωτικών παρεμβάσεων στην Κνωσό, ούτε όμως και την παρουσίαση της αρνητικής, κυρίως, κριτικής που προκάλεσε το αναστηλωτικό έργο του Έβανς. Αντίθετα, για πρώτη φορά, γίνεται προσπάθεια να ερευνηθεί εδώ και να αναλυθεί η στάση του ελληνικού κράτους, και του αρμόδιου, κατά τη διάρκεια του πολύχρονου αναστηλωτικού προγράμματος του Εβανς. Για το σκοπό αυτό παρατίθενται σχολαστικά όλες οι σωζόμενες ειδικές υπηρεσιακές εκθέσεις και αναφορές των Εφόρων προς το Υπουργείο, ήδη από το πρώτο χρόνο της ανασκαφής στην Κνωσό. Για πρώτη φορά αναδεικνύονται τα γεγονότα και κυρίως οι αντιλήψεις που οδήγησαν- με τη συναίνεση, όπως προκύπτει, του ελληνικού κράτους-, στις εκτεταμένες αναστηλώσεις του Έβανς στην Κνωσό, οι οποίες, σημάδεψαν, εν τέλει, την εικόνα και την πρόσληψη του μινωικού πολιτισμού. Σημαντικό κεφάλαιο αποτελεί κι εκείνο που αφιερώνεται, στην αρχαιολογική πολιτική που ασκήθηκε ειδικά για τη δυτική Κρήτη, όπου η αρχαιολογική μέριμνα υπήρξε σταθερά πλημμελής καθ' όλη την διάρκεια της εποχής που εξετάζεται. Αναδεικνύονται εδώ οι νοοτροπίες που συνετέλεσαν στην παραγνώριση της αρχαιολογικής σημασίας της δυτικής Κρήτης και συνέβαλαν αναμφίβολα στην αρχαιολογική καχεξία που τη χαρακτήριζε έως πρόσφατα. Βασικότερη αιτία της παραγνώρισης αυτής υπήρξε η υποτιθέμενη -από τα προδρομικά κιόλας χρόνια-, πανθομολογούμενη πάντως, απουσία προϊστορικού παρελθόντος από τη δυτική Κρήτη. Μια παρεξήγηση που ελάχιστα μπορούσε να αποκατασταθεί με δεδομένη την σταθερή προσήλωση της έδρας του εκάστοτε Εφόρου δυτικής Κρήτης, στην αναδυόμενη από τα χρόνια των περιηγητών Μητρόπολη της κρητικής αρχαιολογία, το Ηράκλειο. Στο ίδιο κεφάλαιο αναδεικνύεται και η ιστορία του Μουσείου Χανίων και η άγνωστη εν πολλοίς καταστροφή του από την πυρκαγιά του 1934, συνδεδεμένη άμεσα με την γενικότερη και διαχρονική απαξίωση της αρχαιολογικής σημασίας του δυτικού τμήματος της Μεγαλονήσου. Μια καταστροφή, η οποία πάντως επικύρωσε την γενικότερη κακοδαιμονία του Μουσείου, το οποίο, αν και ιδρύθηκε με φιλόδοξους στόχους, ήδη από τον πρώτο αρχαιολογικό νόμο της Κρητικής Πολιτείας, δεν αναδείχτηκε ποτέ σε ρόλο ανώτερο επαρχιακής αρχαιολογικής συλλογής. Σημαντικό για τα συμπεράσματά του, είναι και το κεφάλαιο για τις ελάσσονες μορφές της κρητικής αρχαιολογίας, που διένυσαν τον υπηρεσιακό βίο τους στις σκιές των Εφόρων. Εδώ φωτίζεται η δράση των αρχαιολόγων με το βαθμό του Επιμελητή Αρχαιοτήτων, αλλά και των εκπαιδευτικών με το οφίκιο του Εκτάκτου Επιμελητή Αρχαιοτήτων, οι οποίοι υπηρέτησαν στην Αρχαιολογική Υπηρεσία της Κρήτης κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Αναδεικνύεται ο παραγνωρισμένος ρόλος τους και η συχνά τεράστια προσφορά τους στα αρχαιολογικά ζητήματα της Κρήτης. Αναδεικνύονται όμως και οι δύσκολες συνθήκες κατά τις οποίες διατελούσαν, υπο-αμοιβόμενοι, με ανύπαρκτα επιστημονικά δικαιώματα, με πλήθος δίκαιων παραπόνων, καθώς υπηρετούσαν έναν επιστημονικό κλάδο και μία κρατική Υπηρεσία που έθετε στο επίκεντρο τον Έφορο Αρχαιοτήτων. Το σχετικό με την αρχαιοκαπηλία κεφάλαιο συνιστά ίσως την πρώτη απόπειρα προσέγγισης του φαινομένου της αρχαιοκαπηλίας στην Κρήτη, ιδίως για την εποχή του Μεσοπολέμου. Γίνεται προσπάθεια καταγραφής και ανάλυσης των μεθόδων της αρχαιοκαπηλικής δράσης, των φορέων άσκησής της, των σχετικών κυκλωμάτων, και βέβαια των τρόπων αντιμετώπισης που ακολουθούνταν από το οργανωμένο κράτος και ιδίως τους κατά καιρούς τοπικούς αρμοδίους Εφόρους. Γίνεται με έκπληξη αντιληπτό ότι η αντιμετώπιση του οξύτατου αυτού προβλήματος που μάστιζε και την Κρήτη, δεν ήταν αποτέλεσμα εγκεκριμένου κεντρικού σχεδιασμού, αλλά είχε άμεση εξάρτηση από την προσωπικότητα του εκάστοτε Εφόρου, το προσωπικό σθένος και τον δυναμισμό του. Ως βασικές μελέτες περίπτωσης στο ίδιο κεφάλαιο εξετάστηκαν δυο μείζονα, σχετικά γεγονότα του Μεσοπολέμου, άγνωστα εν πολλοίς έως σήμερα: Η μεγάλη κλοπή του Μουσείου Ηρακλείου το 1938, από τους αρχαιοφύλακές του, και η εκτεταμένη αρχαιοκαπηλία του σπηλαίου Αρκαλοχωρίου το 1934. Η εξιστόρηση των δύο συγκεκριμένων υποθέσεων είναι σκόπιμη καθώς αναδεικνύουν το σύνολο σχεδόν των παραγόντων, οι οποίοι, αθροιζόμενοι, καθιστούσαν σχεδόν αδύνατη την πάταξη της αρχαιοκαπηλίας στην Κρήτη και αλλού: Αφενός τις παθογένειες της υποστελεχωμένης Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που ενίοτε εκπορεύονται και από επίορκα στελέχη της, και αφετέρου, τη διαχρονική δυσκινησία του γραφειοκρατικού ελληνικού Κράτους, ή την συχνή αστοχία των αρχαιολογικών νόμων, που είτε εμπόδισαν το διωκτικό έργο της Υπηρεσίας, είτε και υπέθαλψαν ακόμη, ακουσίως, την διακίνηση και εμπορία των αρχαιοτήτων. Αναδεικνύουν, επιπλέον, τη βραδύτητα της ελληνικής δικαιοσύνης, από τα αρχικά ακόμη στάδια της ανάκρισης έως και την επιβολή των τελικών ποινών κατά των ενόχων, οι οποίες, -βασιζόμενες στο ελάχιστα αυστηρό νομικό πλαίσιο-, επιβάλλονταν, με σκανδαλώδη, σε πολλές περιπτώσεις, επιείκεια. Και οι δύο υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας, άλλωστε, δοκίμασαν τις αντοχές του Κράτους και της τοπικής Υπηρεσίας και κυρίως, αποκάλυψαν, ιδίως η κλοπή στο Μουσείο, τις εύθραυστες σχέσεις μεταξύ αρχαιολογικής κοινότητας και τοπικής κοινωνίας. Τα συμπεράσματα από το κεφάλαιο που αφιερώνεται στην επιστημονική και υπηρεσιακή εξωστρέφεια των κατά καιρούς πρωταγωνιστών των αρχαιολογικών πραγμάτων της Κρήτης συνιστούν πραγματική έκπληξη. Με την παράθεση πλήθους μαρτυριών, ιδίως από τον ημερήσιο τύπο Κρήτης και Αθηνών, γίνεται αντιληπτή η σταθερή επιμονή των αρχαιολόγων, στη διατήρηση σταθερών διαύλων επικοινωνίας με την τοπική κοινωνία, ακόμη και σε περιπτώσεις που οι συνθήκες δεν ευνοούσαν μια τέτοια επαφή. Στο σύνολό τους, αν και σε βαθμό που ποικίλει, οι εκπρόσωποι της κρητικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, πρώτος ο Ιωσήφ Χατζιδάκης, κι έπειτα ο Ξανθουδίδης και ιδίως ο Μαρινάτος, γίνεται σαφές ότι έθεταν ως προτεραιότητα του υπηρεσιακού και επιστημονικού τους καθήκοντος, την στενή επαφή με την τοπική κοινωνία, την ενημέρωσή της για τα αρχαιολογικά πράγματα, τα προβλήματα, τα επιτεύγματα. Και είναι πράγματι εκπληκτική η διαπίστωση ότι, ότι η καινοφανής, σήμερα, τάση για δημόσια αρχαιολογία υπήρξε αυτονόητη αίσθηση επιστημονικού και υπηρεσιακού καθήκοντος για τους προγενέστερους, που είναι σκόπιμο, απλώς, να επανέλθει. Το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο τίθεται ως επίμετρο που ολοκληρώνει τη διατριβή. Αναφέρεται στην προετοιμασία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στην Κρήτη, προκειμένου να διασφαλιστούν οι αρχαιολογικοί θησαυροί της Μεγαλονήσου, εν' όψει του μεγάλου Πολέμου. Υπενθυμίζεται εδώ η τελευταία χρονικά ηρωική συμβολή της Υπηρεσίας στην προστασία των κρητικών αρχαιοτήτων, η οποία εστέφθη, εκ του αποτελέσματος, από επιτυχία. Μια εξαιρετικά δύσκολη επιχείρηση, η οποία τερματίζει μια εποχή κατά την οποία στοιχεία όπως η υπερεντατική προσπάθεια, το πείσμα, η αυτοθυσία, ο άπελπις αγώνας, κοντολογίς δηλαδή ο ηρωισμός, υπήρξαν γνωρίσματα συχνά συναντώμενα στους επίσημους εκπροσώπους της κρητικής αρχαιολογίας. Στο σύνολό της, η ανά χείρας διατριβή επιχείρησε όμως να συμβάλει και στην περαιτέρω κατανόηση, συνολικά, της εποχής που εξετάζεται, έστω και αν αυτή ερευνάται από την σκοπιά των αρχαιολογικών μόνο γεγονότων. Πολύ χρήσιμα είναι, για παράδειγμα, τα συμπεράσματα για την κρητική κοινωνία του Μεσοπολέμου, ιδίως εκείνη του Ηρακλείου, που, όπως και ολόκληρη η Ελλάδα, δοκιμαζόταν τα χρόνια εκείνα από την πολιτική και πολιτειακή αστάθεια και το διχασμό, την οικονομική κρίση και το μέγα προσφυγικό ζήτημα. Η στάση, λόγου χάρη, μεγάλης μερίδας της κοινωνίας αυτής στις υποθέσεις της ανέγερσης του Μουσείου, το 1935 και της κλοπής του, το 1939, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και αφήνει μεγάλο περιθώριο πολιτικών, κοινωνιολογικών και άλλων αναλύσεων. Με βάση την παραπάνω ανασκόπηση των όσων από την ιστορία της κρητική αρχαιολογίας περιγράφηκαν στην ανά χείρας εργασία, δεν θα ήταν άτοπη μια σύγκριση του παρόντος με το αντίστοιχο ιστορικό παρελθόν. Γίνεται άλλωστε έγκαιρα αντιληπτό πως πολλά από τα κύρια προβλήματα που αντιμετώπισε η κρητική αρχαιολογία τα χρόνια που εξετάστηκαν, δε διαφέρουν πλήρως από τα αντίστοιχα σημερινά: Η οξύτατη -με έναν ή δύο αρχαιολόγους τότε για ολόκληρη την Κρήτη- υποστελέχωση, και η τραγική υποχρηματοδότηση -σε συνθήκες διαρκούς σχεδόν οικονομικής καχεξίας του Κράτους-, συνιστούσαν διαρκή τροχοπέδη που καθιστούσε πραγματικό άθλο το όποιο έργο των Υπηρεσιών. Επιπλέον, οι άστοχες συχνά προτεραιότητες και η όχι σπάνια εισπήδηση της κακώς εννοούμενης Πολιτικής στο πεδίο της Αρχαιολογίας, υπονόμευαν τις Υπηρεσίες και τις περισπούσαν από την κύρια αποστολή τους. Είναι όμως γεγονός ότι οι Έφοροι του παρελθόντος που περιγράφτηκε απολάμβαναν αξιοσημείωτη έναντι του Υπουργείου αυτονομία, στον τρόπο που οργάνωναν τις προτεραιότητες, επιστημονικές και διοικητικές, στην Υπηρεσία τους. Μια αυτονομία την οποία, όπως όμως φάνηκε, και οι ίδιοι περιφρουρούσαν με κάθε τρόπο και θυσία, προκειμένου να διεκδικήσουν πράγματα που έκριναν ως δίκαια για τις Υπηρεσίες τους. Για την αυτονομία αυτή, την οποία συνέδεαν, όπως φάνηκε συχνά, με την προσωπική τους αξιοπρέπεια, δε δίστασαν ενίοτε να επισείσουν ακόμη και την απειλή της παραίτησης,-όπως συχνά ο Μαρινάτος-, στο αρμόδιο Υπουργείο, από το οποίο διατηρούσαν -διεκδικώντας σθεναρά- οικονομική και μόνο εξάρτηση. Αυτό απέχει βέβαια έτη φωτός από τον σημερινό δαίδαλο της γραφειοκρατίας, των τοπικών και κεντρικών Υπηρεσιών και Διευθύνσεων, των τοπικών και κεντρικών Συμβουλίων, κι έπειτα τους Υπουργούς, Υφυπουργούς και Γενικούς Γραμματείς, των οποίων η υποχρεωτική ενίοτε ανάμειξη, αφενός επιβραδύνει δραματικά τις αποφάσεις και αφετέρου, καλλιεργεί στους τοπικούς αρμοδίους μια γενικευμένη νοοτροπία αναποφασιστικότητας, ευθυνοφοβίας, έλλειψη οράματος, ή, χειρότερα, πολιτικής και υπηρεσιακής εξάρτησης. Στα κεφάλαια που προηγήθηκαν έγινε προσπάθεια να ανασυντεθεί η εν πολλοίς άγνωστη αλλά γοητευτική ιστορία της κρητικής αρχαιολογίας. Της αρχαιολογίας που γεννήθηκε ως ερασιτεχνική αλλά θερμή ενασχόληση μιας λόγιας αστικής μερίδας της πόλης του Ηρακλείου που στελέχωνε τον υπό τον Ιω. Χατζιδάκη Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο, για να μετεξελιχθεί ταχέως σε πραγματική επιστήμη, υπαγόμενη στις δομές τους επίσημου Κράτους, με επιτεύγματα και κύρος αξιοζήλευτα. Μια επιστήμη που παρά τις όποιες αστοχίες και παραλείψεις της χαρακτηρίστηκε από το πάθος των πρωταγωνιστών, να προστατέψουν και αναδείξουν με το έργο τους τα αρχαία μνημεία και τον πολιτισμό της πατρίδας τους. Τα όσα πολλά περιγράφηκαν παραπάνω, για την ελληνική πλευρά της κρητικής αρχαιολογίας, πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικά από τρεις μόνο Έλληνες αρχαιολόγους που υπηρέτησαν την Κρήτη από τα χρόνια του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου έως και το τέλος του Μεσοπολέμου: Τον Ιωσήφ Χατζιδάκη, τον Στέφανο Ξανθουδίδη και τον Σπυρίδωνα Μαρινάτο, οι οποίοι πρωταγωνίστησαν στα κρητικά αρχαιολογικά πράγματα από τη θέση του Εφόρου Αρχαιοτήτων. Έκαστος εξ αυτών έχει την προσωπική του συμβολή και διάφορο βαθμό συμμετοχής στη διαμόρφωση της κρητικής αρχαιολογίας, ανάλογα της προσωπικότητας και βέβαια της εποχής του. Με ευρύτατη πάντως αντίληψη των ευθυνών και των καθηκόντων τους, κοινό γνώρισμα και των τριών υπήρξε η υπερπροσπάθεια σε βαθμό ηρωισμού για την εξυπηρέτηση των σκοπών της Υπηρεσίας τους και της αρχαιολογικής επιστήμης. Με την περιγραφή της δράσης τους στα διάφορα κεφάλαια της παρούσας εργασίας σκιαγραφείται και η προσωπικότητα του καθενός, από το ύφος, την αποφασιστικότητα, και την αποτελεσματικότητα, τέλος, του τιτάνιου αγώνα τους να υπηρετήσουν την αποστολή τους, την οποία οι ίδιοι ανήγαγαν σε πολλά επίπεδα, σε συνθήκες μάλιστα που αντικειμενικά υπήρξαν πολύ πιο αντίξοες από τις σημερινές.
Φυσική περιγραφή 362 σ. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Θέμα Chania Archaeologikal Museum
Cretan archaeology
Cretan state
Crete
Earthquakes in interwar Crete
Foreign archaeologikal schools of Greece
Halbherr Federico
Heraklion Archaeologikal Museum
Heraklion Education Society- Filekpaideftikos syllogos
Interwar
Iosif Chatzidakis
Nikolaos Platon
Restoration of Knossos Palace
Sir Arthur Evans
Smuggling of antiquities
Spyridon Marinatos
Stefanos Xanthoudides
Union of Crete with Greece
Ένωση Κρήτης με την Ελλάδα
Αναστηλώσεις Μινωικών ανακτόρων
Απόκρυψη αρχαιοτήτων στην κατοχή
Αρχαιοκαπηλία
Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου
Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων
Βασίλειος Θεοφανείδης
Δημόσια αρχαιολογία
Ιωσήφ Χατζιδάκης
Κρήτη
Κρητική αρχαιολογία
Κρητική πολιτεία
Μεσοπόλεμος
Νικόλαος Πλάτων
Ξένες αρχαιολογικές σχολές
Σεισμοί στην Κρήτη
Σπυρίδων Μαρινάτος
Στέφανος Ξανθουδίδης
Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ηρακλείου
Ημερομηνία έκδοσης 2019.
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Φιλοσοφική Σχολή--Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας--Διδακτορικές διατριβές
  Τύπος Εργασίας--Διδακτορικές διατριβές
Μόνιμη Σύνδεση https://elocus.lib.uoc.gr//dlib/9/c/6/metadata-dlib-1600334993-950770-21716.tkl Bookmark and Share
Εμφανίσεις 2

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Δεν έχετε δικαιώματα για να δείτε το έγγραφο.
Δεν θα είναι διαθέσιμο έως: 2022-08-10