Your browser does not support JavaScript!

Αρχική    Ο Ρόλος ενός Δευτερεύoντος Φυλετικού Χαρακτήρα στην Συζευκτική Επιτυχία του Αρσενικού, και η Φυλετική Απομόνωση ανάμεσα σε ένα Εργαστηριακό και ένα Αγριο Στέλεχος στη Μύγα της Μεσογείου, Ceratitis capitata  

Αποτελέσματα - Λεπτομέρειες

Προσθήκη στο καλάθι
[Προσθήκη στο καλάθι]
Κωδικός Πόρου uch.biology.msc//1998maniati
Τίτλος Ο Ρόλος ενός Δευτερεύoντος Φυλετικού Χαρακτήρα στην Συζευκτική Επιτυχία του Αρσενικού, και η Φυλετική Απομόνωση ανάμεσα σε ένα Εργαστηριακό και ένα Αγριο Στέλεχος στη Μύγα της Μεσογείου, Ceratitis capitata
Συγγραφέας Μανιάτη, Λυδία Μ
Σύμβουλος διατριβής Οικονομόπουλος, Αριστείδης
Περίληψη Η Μύγα της Μεσογείου, Ceratitis capitata, (Diptera: Tephritidae) είναι ένα επιβλαβές δίπτερο το οποίο προσβάλει ένα ευρύ φάσμα φρούτων και λαχανικών, και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη γεωργία στο κόσμο. Στης μεθόδους που χρησημοποιούνται για την καταπολέμηση της, συγκαταλέγεται και η Μέθοδος του Στείρου Εντόμου, η οποία βασίζεται στην εξαπόληση μεγάλων αριθμών στειρωμένων αρσενικών εντόμων στη φύση, ώστε να συζέυχθούνε με τα θηλυκά του άγριου πληθυσμού και έτσι να μειωθεί το ποσοστό των γόνιμων συζεύξεων. Τα στείρα αρσενικά προέρχονται από μαζικές καλλιέργεις της μύγας, στις οποίες οι πληθυσμοί διατηρούνται επι σειρά ετών σε εργαστηριακες συνθήκες. Τα στελέχη αυτά επίσης υποβάλλονται σε γενετικούς χειρισμούς έτσι ώστε να είναι πιό εύκολος ο διαχωρισμός αρσενικών και θηλυκών. Το κάθε γενετικό στέλεχος περνάει από μία γενετική στενοπό, καθώς ξεκινάει από ένα ζεύγος μυγών. Η αναπαραγωγή της Μύγας της Μεσογείου βασίζεται στην επιλογή του αρσενικού από το θηλυκό, βάση μίας τυποποιημένης επίδειξης που συμπεριλαμβάνει την έκκριση φερομόνης, δυνατό φτερούγισμα και κινήσεις του κεφαλιού. Το αρσενικό επίσης φέρει στο κεφάλη του ένα ζευγάρι διαφοροποιημένων τριχών, τα έμισχα ροπαλοειδή εξαρτήματα, (ε.ρ.ε.) που έχουν διαπλατυσμένη την άκρη σε σχήμα σπάτουλας - οι αντίστοιχες τρίχες στο θηλυκό δεν εμφανίζουν παρόμοια διαφοροποίηση. Αυτές οι τρίχες δεν έχουν αισθητήρια λειτουργία και ενδεχομένως να λειτουργουν σαν δευτερεύοντες φυλετικοί χαρακτήρες οι οποιόι αποτελούν οπτικό ερέθισμα για τα θηλυκά κατά την ερωτοτροπία. Ενα από τα ερωτήματα που ετέθησαν σε αυτή την εργασία ήταν εάν το μέγεθος των ε.ρ.ε επηρεάζει την επιτυχία στη σύζευξη των αρσενικών. Εχει παρατηρηθεί ότι τα θηλυκά θυγατρικών πληθυσμών κάποιων ειδών της Drosophila στη Χαβάη είναι λιγότερο επιλεκτικά στη σύζευξή από ότι τα θηλυκά των πληθυσμών από τους οποίους προήλθαν. Σύμφωνα με την υπόθεση του Kaneshiro, aυτό οφείλεται στα πολύ μικρά αρχικά μεγέθη των καινούριων πληθυσμών: γίνεται επιλογή για θηλυκά με μειωμένη επιλεκτικότητα, αφού τα πιό απαιτητικά δεν βρίσκουν εύκολα ταίρι. Στα πλαίσια της εργασίας αυτής έγιναν συγκρίσεις του βαθμού επιλεκτικότητας άγριων και εργαστηριακών θηλυκών σε συζεύξεις με άγρια ή εργαστηριακά αρσενικά. Σε πειράματα στο εργαστήριο και στο πεδίο, έχει συχνά παρατηρηθεί ότι αρσενικά εργαστηριακών στελεχών έχουν σχετικά μειωμένη επιτυχία σε συζεύξεις με άγρια θηλυκά. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε διαφοροποίηση των εργαστηριακών στελεχών, λόγω των μικρών αρχικών μεγεθών των πληθυσμών τους, την αναπαραγωγική απομόνωση, και την προσαρμογή τους σε συνθήκες εργαστηρίου. Επίσης, τα εργαστηριακά στελέχοι συχνά έχουν άλλη γεωγραφική προέλευση από τα άγρια με τα οποία πρέπει να συζευχτούν. Σε αυτή τη μελέτη έγιναν μορφολογικές συγκρίσεις του βάρους της νύμφης (σαν μέτρο του μεγέθους του εντόμου), του μέγεθους και του σχήματος του φτερού, και του μεγέθους και του σχήματος του ε.ρ.ε., ανάμεσα στα αρσενικά ενός εργαστηριακού γενετικού στελέχους με προέλευση την Αίγυπτο, και ενός άγριου στέλεχους από τη Κρήτη. Τέτοιες διαφορές, ειδηκά στα ε.ρ.ε., ενδεχομένως να επηρεάζουν την ποιότητα της επίδειξης και συνεπώς την δεκτικότητα των θηλυκών στη σύζευξη. Στο πείραμα για το ρόλο των ε.ρ.ε στην συζευκτική επιτυχία του αρσενικού η συσχέτιση του μεγέθους των ε.ρ.ε με τον αριθμό των συζεύξεων ήταν σημαντική στο επίπεδο του 11%, ενώ οι αντίστοιχες τιμές του p για τις σχέσεις του βάρους και του μέγεθους των φτερών με την συζευκτική επιτυχία ήταν 42% και 40% (Kendall's τ, οne-tailed test). Τα πειράματα για την επιλεκτικότητα του θηλυκού έδειξαν ότι το άγριο θηλυκό είναι πιό «δύσκολο» στη σύζευξή είτε με άγριο, είτε με εργαστηριακό αρσενικό, σε σχέση με το εργαστηριακό θηλυκό. Βρέθηκαν μορφολογικές διαφορές ανάμεσα στα δύο στελέχη, στις σχέσεις βάρους-φτερού, βάρους - ε.ρ.ε, και στα σχήμα τα του φτερού και του ε.ρ.ε.
Φυσική περιγραφή 1 τ. : εικ. ; 30 εκ.
Γλώσσα Ελληνικά
Ημερομηνία έκδοσης 1998-11-19
Συλλογή   Σχολή/Τμήμα--Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών--Τμήμα Βιολογίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
  Τύπος Εργασίας--Μεταπτυχιακές εργασίες ειδίκευσης
Εμφανίσεις 30

Ψηφιακά τεκμήρια
No preview available

Προβολή Εγγράφου
Εμφανίσεις : 2